Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Το Κράτσαλο– μέρος δ΄


Βιτουλάδες
Στάση Βουτουλάδες.

Επόμενη στάση: Ερημωμένος συνοικισμός Βουτουλάδες. Ή Βιτουλάδες (όχι Βιταλάδες!) αν θέλετε. Δηλαδή λίγα άδεια κουφάρια που στέκουν απόμακρα, ανατολικά τση κορυφής του Αρακλή, αφημένα στα χέρια του χρόνου τώρα που άδειασαν από ζωή.

Όπως είδαμε η πρώτη αναφορά στους Βιτουλάδες γίνεται το 1446. Προφανώς όμως το χωριό ήταν παλαιότερο. Από το έργο του Κόλλα μπορούμε να αντλήσουμε κάποιες πληροφορίες για τσου Βιτουλάδες του 16ο αιώνα. Το χωριό είχε τον ναό του Άη Γιώργη που τον πρωτοσυναντάμε το 1545 και κάποια τοπωνύμια της περιοχής ήταν τα Βουλησμένη, Γονηά, Καβούρη, Μάσματα, Βέθρο, Κλήμα, Κυπουρού. Τον Άη Γιώργη τον συναντάμε και το 1753. Ο συνοικισμός τελικά εγκαταλείφθηκε, σταδιακά μάλλον, πριν λίγες δεκαετίες αλλά δεν πρέπει να ήταν ποτέ πολυπληθής αφού το 1869 αριθμούσε μόνο 28 κατοίκους.
Ο Άη Γιώργης και τα πουρνάρια του.

Τα απομεινάρια του οικισμού είναι ορατά από τον δρόμο και βρίσκονται  μετά την Αγία Άννα με πορεία προς τον Βίστωνα στα αριστερά. Σε ένα υψωματάκι στα βορειοδυτικά τους, γύρω στα 300μ, στέκεται ο Άη Γιώργης τον οποίον έχουν περικυκλώσει προστατευτικά κάτι θεόρατοι πρίνοι που από θάμνοι ανελίχθηκαν σε δέντρα. Πιθανόν πρόκειται για τον Άη Γιώργη που αναφέρεται στους Βιτουλάδες το 1545. Έτσι φτιασιδωμένος που είναι όμως δεν προδίδει την παλαιότητα του.
Για φτάκει κανείς στα λείψανα του οικισμού ακολουθεί ένα χωματόδρομο που διασχίζει το λιβάδι που απλώνεται στα βόρεια του χωριού. Κάποια από τα χωράφια του λιβαδιού καλλιεργούνται ακόμη. Επίσης φημολογείται πως κάπου εκεί υπάρχουν θαμμένα τα χαλάσματα της αρχικής θέσης των Βιτουλάδων. Ίσως παλαιότερα το χωριό να βρισκόταν πιο κοντά στον Άη Γιώργη ή καταλάμβανε μεγαλύτερη έκταση αφού η απόσταση του τωρινού οικισμού από τον ναό είναι σχετικά μεγάλη, πράγμα ασυνήθιστο. Συνεχίζοντας την πορεία ο περιηγητής θα συναντήσει το πηγάδι των Βιτουλάδων. Αυτό κάποτε ξεδιψούσε χωρικούς, χωράφια αλλά και τον μαρμαρωμένο πλέον φρουρό του, ένα τεράστιο γκρίζο κουφάρι ενός δέντρου (φτελιάς σύμφωνα με τους ντόπιους) σημείο αναφοράς στον χώρο.
Το πηγάδι και ο νεκρός φρουρός του.
Το αγέρωχο κουφάρι του φτελιά αρνείται πεισματικά να γείρει.

.... και τα κουφάρια των σπιτιώνε.


Ωρή νόνα γίνηκε η φογάτσα;
Ο χωματόδρομος καταλήγει εντέλει στα ερμόσπιτα  των Βιτουλάδων. Λίγα συγκεντρωμένα χτίσματα που σχηματίζουν μια γκρίζα εικόνα εγκατάλειψης και μαρασμού. Λιθόκτιστα, στην παραδοσιακή χωριάτικη αρχιτεκτονική, έχουν πλέον μόνιμα ανοιχτές τις πόρτες τους για να υποδεχτούν τους επισκέπτες που δεν θα ’ρθουν ποτέ. Στέκονται άστεγα, έρμαια του καιρού και του χρόνου με τους φούρνους να αδημονούν εις μάτην να ξανανάψουν. Κάνα δυο από αυτά δείχνουν σημάδια ζωής και προφανώς χρησιμοποιούνται ως αποθηκευτικοί χώροι. Κατά τα άλλα…. εχτός από την φύση, ερημιά. Αρκετά όμως με τα ερείπια. Καλύτερα να τραβήξουμε για τον Προφήτη Ηλία να ανοίξει λίγο το μάτι.

Όπως έκραζε και ο Pink.... Is there anybody out there?....

Οι Βιτουλάδες και το λιβάδι τους κοιτάζοντας προς βορρά.











Προφήτης Ηλίας & Αρακλής

Ο Άη Λιάς  χωρίς να είναι τόσο ριψοκίνδυνος όσο ο Άη Συμιός απολαμβάνει μια εξίσου μοναδική θέα. Έχει για παρέα στα δυτικά του τον Αρακλή, την ψηλότερη κορφή του Κράτσαλου που λέγεται πως χρωστά την ονομασία της στον μυθικό ήρωα Ηρακλή και μαζί, μύθος και θρησκεία, αγναντεύουν το πέλαο να αγκαλιάζει τις  βορειοδυτικές αχτές του νησιού.

Ο Αρακλής από τον Προφήτη Ηλία.

Το πότε χτίστηκε μας είναι άγνωστο. Πιθανόν να πρόκειται για τον Άγιο Ηλία  στους Βιτουλάδες που αναφέρεται σε τεκμήριο του 1582 οπότε θα τοποθετούσαμε την γέννηση του πριχού αυτής της χρονιάς. Πάντως τον συναντάμε στον κατάλογο των εκκλησιών του 1753 με τον σαφή προσδιορισμό Προφήτης Ηλίας στο Αράκλι.

Ο Προφήτης Ηλίας και η προτομή του Λουκανάρη.
... Αν οι θάλασσες καλέσουν χίλιους φόβους για να παίξουν... Π.Ε.Δ. - Κ.Υ.

Η προσέγγιση στον ναό γίνεται από ένα χωματόδρομο τον οποίο μας δείχνει μια ταμπέλα. Φτάνοντας στον χώρο το πρώτο που συναντά κανείς είναι ένα μίνι μουσείο ενθυμημάτων του Δημήτριου Λουκανάρη, αξιωματικού και βετεράνου του Β΄ΠΠ ο οποίος κατάγονταν από την περιοχή, μια προτομή του καθώς και ένα κονοστάσι. Με δικές του δαπάνες διαμορφώθηκε ο χώρος και ανακαινίστηκε ο ναός, όπως και του Άη Γιώργη. Λίγο νοτιότερα ορθώνεται ο Προφήτης Ηλίας και στο φόντο ξανοίγεται η υπέροχη θέα. Πλήρως ανακαινισμένος ο ναός αποκρύπτει κάθε σημάδι που θα μπορούσε να μαρτυρήσει την παλαιότητα του και δεν δένει ιδιαίτερα με το τοπίο, χωρίς κάτι τέτοιο να ενοχλεί όμως. Το μόνο απομεινάρι μακρινού παρελθόντος είναι ένα τμήμα χοντρού ντουβαριού κοντά στην είσοδο του ναού. Από κάποιο παλιό μαντρότοιχο ή κτίριο. Η θέα από αυτό το σημείο βεβαίως θα ικανοποιήσει του λάτρεις του είδους. Στα δεξιά υψώνεται η κορφή του Αρακλή η οποία δυστυχώς έμεινε ….καραφλή μετά τις πυρκαγιές του περασμένου καλοκαιριού. Αφού ξαποστάσει και απολαύσει την θέα ο περιηγητής έχει τρεις επιλογές. Ή παίρνει ένα, σπάνιου δείγματος, ωραίο παλιό λιθόστρωτο μονοπάτι το οποίο οδηγεί στους Λάκωνες. Προφανώς αυτό χρησιμοποιούσαν οι χωρικοί για να παν από τσου Λάκωνες στσου Βιτουλάδες και τούμπαλιν. Ή ακολουθεί το μονοπάτι που οδηγεί στην κορυφή του Αρακλή. Ή απλά… ακολουθεί τον δρόμο της επιστροφής.

Το Αγγελόκαστρο.


Λάκωνες και Παλαιοκαστρίτσα.
Το παλιό λιθόστρωτο μονοπάτι που οδηγεί στους Λάκωνες.

Πηγές
  • Η Κέρκυρα και τα Ηπειρωτικά παράλια στα τέλη του Μεσαίωνα (1386-1462) - Σ. Ασωνίτης
  • Ναοί και Μοναστήρια Κέρκυρας – Παξών και Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα - Καπάδοχος Χρ. Δημήτριος
  • Η νήσος των Κορυφών τον 16ο αιώνα – Χ. Κόλλας
  • Ντόπιοι

Το Κράτσαλο– μέρος γ΄


Άη Συμιός
            Στην άκρη ενός απότομου βαράθρου στην νοτιοανατολική πλευρά του Κράτσαλου, στα λεγόμενα Κοκκινόγκρεμα, ισορροπεί επιδέξια το μικρό ξωκλήσι του Άη Συμιού (Συμεών). Μάλλον είναι αφιερωμένο στον προφήτη Συμεών και όχι στον στυλίτη Συμεών ο οποίος, λόγω της ακροβασίας, θα του ταίριαζε σαφώς περισσότερο. Στέκει σιωπηλό και έρημο απολαμβάνοντας την θέα των δυτικών ακτών και του λιβαδιού του Ρόπα που ανοίγεται διάπλατα μπροστά του.  Κοιτώντας το από κάτω και μακριά με λίγη φαντασία θα μπορούσαμε να το πούμε μια μικρογραφία (εντάξει με πολύ φαντασία) των Μετέωρων. 
Ο Άη Συμιός.

            Βρίσκεται νοτιοδυτικά των Δουκάδων και είναι προσβάσιμο από χωματόδρομο. Λίγο ζόρικος αλλά η ανταμοιβή είναι παραπάνω από επαρκής. Μια πανοραμική εικόνα της μέσης, δυτικής και λίγο ανατολικής Κέρκυρας σε ένα ήσυχο και όμορφο περιβάλλον. Αρκεί βέβαια να μην πλησιάσει την άκρη του γκρεμού γιατί εκεί αγριεύουν τα πράγματα. 
Παλαιοκαστρίτισσα....

Σχετικά με την κατασκευή του έχουν συνδεθεί διάφοροι θρύλοι. Κάποιοι το θέλουν ξωκλήσι του χαμένου χωριού των Μάμαλων. Επακριβώς όμως δεν μπορεί να χρονολογηθεί. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εχτίστηκε πριχού το 1753 αφού τον συναντάμε στον κατάλογο των ναών της Κέρκυρας που συνέταξε ο Μέγας Πρωτοπαππάς εκείνη την χρονιά. Εκεί αναγράφεται ως «προφήτης Συμεών στο βουνό».
Σκριπερό και στο βάθος Κορακιάνα, από  Άη Συμιό.





Χωριό των Μάμαλων
Όχι όχι, απλή συνωνυμία. Εδώ μιλάμε για τους Μάμαλους Κράτσαλου και όχι Αλεπούς ή Κογεβίνα. Εξαφανισμένο σήμερα, το χωριό των Μάμαλων, αν και δεν έχει τη μυστικοπάθεια της Παλαιοχώρας, δεν θα λέγαμε ότι μας αφήνει να ανακαλύψουμε πολλά για αυτό. Ούτε φαίνεται να έχει αφήκει κάποιο υλικό κατάλοιπο πίσω του.
Όπως προαναφέρθηκε η ύπαρξη Λευθεριωτών παπάδων με το επίθετο Μάμαλος μας οδηγεί στην υπόθεση ότι το χωριό ήδη υπήρχε το 1246. Επίσης οι Μάμαλοι  (αν δεν πρόκειται για τους Μάμαλους Κογεβίνα, εξαφανισμένο χωριό και αυτό -οι βαρωνίες δεν είχαν απαραίτητα εδαφική συνέχεια-) αναφέρονται το 1446 στην καταγραφή των φεουδαλικών αγαθών της βαρωνίας Caracciolo. Η παρουσία τους είναι αισθητή στα τεκμήρια του 16ου αιώνα, ακόμη και μετά τα τουρκικά ασέδια, αλλά μετέπειτα χάνονται τα ίχνη. Η παράδοση λέει πως οι κάτοικοι του χωριού των Μάμαλων συμμετείχαν στην κοινωνική εξέγερση των αρχών του 17ου αιώνα. Αποτέλεσμα ήταν το χωριό να καταστραφεί από τις δυνάμεις καταστολής που κινητοποίησαν οι τοπικές αρχές εναντίον των ρέμπελων και οι κάτοικοί του να σκορπίσουν. 

Το ανακαινισμένο ξωκλήσι του Αγίου Αναστάσιου, το μοναδικό ίσως εμφανές απομεινάρι του χωριού των Μάμαλων. Η μικρή κόγχη του ιερού και η μερική κάλυψή του από επιχωματώσεις φανερώνουν την παλαιότητα του ναού. 

Τα νοταριακά έγγραφα του Τυροφά από τις Δουκάδες, μας αναφέρουν ότι το 1555 υπήρχε στο χωριό ο ναός του Αγίου Αναστασίου (Ο Χ. Κόλλας, μάλλον λανθασμένα, τον τοποθετεί στους Μάμαλους Μέσης Κέρκυρας) καθώς και μια τοποθεσία με το όνομα Ξερόλημνα.. Πιθανότατα αυτός ο ναός ταυτίζεται με έναν ομώνυμο που είναι καταγεγραμμένος στον κατάλογο των εκκλησιών του 1753 και προσδιορίζεται κοντά στις Βιτουλάδες, χωρίς όμως να γίνεται αναφορά στους Μάμαλους. Σήμερα στην περιοχή σώζεται ένας ναός του Αγίου Αναστασίου και δεν αποκλείεται να πρόκειται για τον ναό των Μάμαλων. Κοντά σ’ αυτόν λοιπόν θα μπορούσε να τοποθετηθεί και η θέση του οικισμού. Επίσης ξωκλήσι του χωριού, σύμφωνα με την παράδοση λέγεται πως είναι ο Άη Συμιός 

Ο Άη Συμιός από τσου Λιαπάδες.



Πηγές
  • Η Κέρκυρα και τα Ηπειρωτικά παράλια στα τέλη του Μεσαίωνα (1386-1462) - Σ. Ασωνίτης
  • Ναοί και Μοναστήρια Κέρκυρας – Παξών και Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα - Καπάδοχος Χρ. Δημήτριος
  • Κερκυραϊκά Χρονικά Ζ΄, έργα Ιωάννη Ρωμανού
  • Η νήσος των Κορυφών τον 16ο αιώνα – Χ. Κόλλας
  • Ήθη, έθιμα και παραδόσεις της Βόρειας Ορεινής Κέρκυρας - Μωραΐτης Μενέλαος
  • http://www.aleimmatades.org
  • http://corfubee.wordpress.com/
  • Ντόπιοι

Το Κράτσαλο– μέρος β΄


Τα χωριά του Κράτσαλου
Τα χωριά τση περιοχής, που πριν έναν αιώνα συγκροτούσαν τον δήμο «Ιστωναίων» (ονομασία που προφανώς προήλθε λόγω της υποτιθέμενης ταύτισης τση περιοχής με το όρος Ιστώνη), ανάγουν την γέννηση τους, το λιγότερο, στα χρόνια μεταξύ του 13ου και 15ου αιώνα. Όπως είναι φυσικό αυτό το μακρύ ταξίδι στον χρόνο τα εφοδίασε με φολκλορικά και ιστορικά κατάλοιπα. Αν και αυτά τα χαρακτηριστικά σβήνουν σιγά σιγά κάποια χωριά κατάφεραν να διασώσουν κάτι. Για παράδειγμα οι Αλειμματάδες. Εκεί μπορεί να βρει κανείς το αρχοντικό Ριβέλλη, ενθύμηση του φεουδαρχικού παρελθόντος, παλιά λουτρουβιά καθώς και κάποια ιδιαίτερα έθιμα.
Οι Αλειμματάδες.

Μιλώντας με χρονολογίες, το 1246 φαίνεται πως είχαν ήδη συγκροτηθεί τα κατοικημένα μέχρι και σήμερα, χωριά Πρινίλλας και Βίστωνας. Αυτό τουλάχιστον υπαινίσσουν οι ονομασίες των αντιστοίχων δεκαρχιών. Την ίδια χρονιά στην δεκαρχία Βίστωνα υπάγονταν οι Λευθεριώτες παπάδες Michael,Constantino & Andianus Mamalus και οι Georgius &  Nicolaus Archadi πράγμα που υπονοεί, με τις όποιες επιφυλάξεις βεβαίως και την πιθανή ύπαρξη των χωριών Αρκαδάδες και Μάμαλοι (όχι Μέσης). Τσ’ Αρκαδάδες πάντως τσου συναντάμε για πρώτη φορά το 1346. Πιο γενική άποψη των οικισμών του χώρου όμως, μας δίνει μια καταγραφή των ποπολάρων και των χτημάτων που περιλάμβανε η βαρωνία Caracciolo το 1446. Σ’ αυτήν αναφέρονται ρητά τα χωριά Βίστωνας, Λάκωνες, Δουκάδες, Αρκαδάδες, Πλαταράδες, Βιτουλάδες, Αλειμματάδες, Λογγιτάδες, Κρήνη, Πρινίλλας, Ασπιωτάδες. Είναι εμφανές ότι κάποια από αυτά δεν υπάρχουν πλέον σήμερα.
Η ντόπια παράδοση ισχυρίζεται ότι τα χωριά του Κράτσαλου δεν υπέστησαν ποτέ κάποια απότομη δημογραφική μείωση λόγω εχθρικών επιδρομών (προφανώς εξαιρούνται περιπτώσεις φάουσας ή καταστολής από τις τοπικές αρχές) όπως συνέβη αλλού. Μπορεί να ‘ναι και έτσι αφού το παρακείμενο Αγγελόκαστρο είχε την δυνατότητα να προστατεύσει στην αγκαλιά του αρκετούς χωρικούς όταν οι καιροί γίνονταν χαλεποί. Ίσως και οι θέσεις των παλαιότατων αυτών οικισμών να ανταποκρίνονται λίγο πολύ στις θέσεις των αντιστοίχων σημερινών. Μόνο οι Καστελλάνοι Γύρου λέγεται πως έχουν μετακινηθεί λόγω κάποιας φυσικής καταστροφής.

Παλαιοχώρα
            Σε ένα ύψωμα με απότομες πλαγιές, τμήμα του Κράτσαλου, νότια των Καστελλάνων, Αρκαδάδων και κοντά στην Αγία Άννα υπάρχει μια τοποθεσία που ονομάζεται Παλαιοχώρα. Η λαϊκή δοξασία υποστηρίζει πως σε αυτή την θέση βρισκόταν ένας χαμένος σήμερα, ως υπόσταση αλλά και ως όνομα, οικισμός. Μιλά για μια πόλη την οποία συσχετίζει μάλιστα με την μυθική αρχοντοπούλα της βόρειας Κέρκυρας, την Αγυρώ.
            Πέρα από τον μύθο όμως δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτα για αυτόν τον οικισμό. Κρατά καλά κρυμμένα τα μυστικά του ενώ οι πηγές δεν διαφωτίζουν την υπόθεση. Ενίοτε μας δίνει λίγα απομεινάρια του παρελθόντος, θραύσματα από αγγεία και άλλα αντικείμενα, για να μας υπενθυμίζουν την ύπαρξη του. Αυτά, σύμφωνα με τον Μ. Μωραΐτη, ξεθάβονται κατά τις αγροτικές εργασίες που κάνουν οι ντόπιοι στα χτήματα τους στην περιοχή. Και κάποιες ξερολιθιές λένε πως είναι κατάλοιπα του οικισμού. Για οικισμό στην θέση Παλαιοχώρα πάντως κάνει λόγο και ο Μπουνιάς στο αξιομνημόνευτο έργο του. Αναφέρει και την ύπαρξη σκόρπιων θραυσμάτων αγγείων κλπ.
Στα μέρη του Κράτσαλου. Κάπου εκεί στο βάθος αριστερά λένε πως βρισκόταν η Παλαιοχώρα.





Πηγές
  • Η Κέρκυρα και τα Ηπειρωτικά παράλια στα τέλη του Μεσαίωνα (1386-1462) - Σ. Ασωνίτης
  • Κερκυραϊκά Χρονικά Ζ΄, έργα Ιωάννη Ρωμανού
  • Ήθη, έθιμα και παραδόσεις της Βόρειας Ορεινής Κέρκυρας - Μωραΐτης Μενέλαος
  • Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος -14ος αι.) - Σ. Ασωνίτης
  • Αλκάδιοι, Αρκάδης και Αρκαδάδες - του Σπύρου Ι. Ασδραχά
  • Κερκυραϊκά, τόμοι Α΄ και Β΄ - Ι. Μπουνιάς
  • http://www.aleimmatades.org

Το Κράτσαλο– μέρος α΄


Ο ορεινός όγκος του Κράτσαλου είναι ένας ακόμη αξιοπρόσεκτος χώρος συνεύρεσης φύσης, ιστορίας και θρύλων. Έχει να επιδείξει παλαιότατα χωριά που σέρνουν μπόλικη παράδοση ξοπίσω τους, τοποθεσίες με ξεχωριστή θέα καθώς και ευκαιρίες για περιήγηση. Παράλληλα, η προβολή του στο παρελθόν σχηματίζει μια ζωηρή εικόνα που περιλαμβάνει μάχες, φέουδα, πάροικους και εξαφανισμένους πλέον οικισμούς. Μάλιστα φημολογείται πως αυτό ήταν το θρυλικό αρχαίο όρος Ιστώνη.

Άποψη του Κράτσαλου από την Καβουρόλιμνη. Όποιος εντοπίσει πρώτος το ξωκλήσι του Άη Συμιού στην εικόνα κερδίζει μια περιήγηση στα μέρη του Κράτσαλου.

Πρόκειται για το δυτικότερο τμήμα του ορεινού όγκου στα βόρεια του νησιού. Το Κράτσαλο αρχινάει από το πέρασμα του Τρουμπέτα και κατευθύνεται προς τα δυτικά μέχρι τσ’ απόκρημνες πλαγιές του Αγγελόκαστρου και την θάλασσα. Περιλαμβάνει επίπεδες εχτάσεις οι οποίες περικυκλώνονται από υψώματα και γκρεμούς σχηματίζοντας ένα μίνι οροπέδιο. Οι ψηλότερες κορφές του είναι ο Αρακλής που υψώνεται 506μ πάνω από την θάλασσα βόρεια των Λακώνων και το τρίκορφο Χελιδόνι, νότια του Πρινίλλα, που φτάνει τα 475μ ύψος. Η τυπική κορφιάτικη βλάστηση (εγιές, πρίνοι, σχίνοι κλπ) είναι βεβαίως απανταχού παρούσα  αλλά δυστυχώς πρόσφατα δέχθηκε ένα ισχυρότατο πλήγμα από πυρκαγιές.

Το... ξυρισμένο κεφάλι του Αρακλή, αποτέλεσμα των καταστροφικών πυρκαγιών του καλοκαιριού.

Η προέλευση τσ’ ονομασίας Κράτσαλο είναι ασαφής. Την διεκδικούν πάντως δύο υποψήφιοι:

1. Η φράση «Αυτό είναι κράτος άλλο!» που φημολογείται ότι ειπώθηκε πάνω στην μάχη που έγινε εδώ, σύμφωνα με τοπικό μύθο. Ιδιαίτερα διαδομένη άποψη.

2. Το φέουδο Caracciolo. Εδαφικές εχτάσεις και οικισμοί της περιοχής υπάγονταν σε φέουδο που έφερε την παραπάνω ονομασία.

            Σαφώς η δεύτερη είναι πιο ρεαλιστική.


Ματιές στο παρελθόν
            Το εν λόγω τοπίο πρέπει να ήταν ιδιαίτερα ελκυστικό στις παλαιότερες εποχές λόγω τση μορφολογίας του. Προσέφερε προστασία από ευκαιριακούς επιδρομείς,  χωράφια και προφανώς νερό. Όπως υποδεικνύουν διάφορα ευρήματα η ανθρώπινη δραστηριοποίηση στην περιοχή ξεκινά την εποχή του Χαλκού και πιθανόν εντείνεται στην αρχαιότητα. Αν μάλιστα ισχύει η ταύτιση με το όρος Ιστώνη κάπου σε τούτα τα μέρη ταμπουρώθηκαν οι ολιγαρχικοί σε ένα από τα πολεμικά επεισόδια που παίχτηκαν στο νησί κατά την διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.
Κατά τσου Μέσους χρόνους, όπως μας αποκαλύπτουν τα τεκμήρια, στον χώρο έχουν ήδη εμφανιστεί αρκετοί οικισμοί ενώ στα δυτικά δεσπόζει το Αγγελόκαστρο (στο οποίο είχε ιδρυθεί ναός στα παλαιοχριστιανικά χρόνια). Το πόπολο ασχολείται φυσικά με την καλλιέργεια και την απόδοση φορολογικών υποχρεώσεων και αγγαρειών. Επίσης, σίγουρα πριν από το 1246, κάποιοι άνθρωποι τση περιοχής καθώς και χτήματα εντάσσονταν στις δεκαρχίες Bistoni και Prinilli. Οι δεκαρχίες, που υπήρχαν και σε άλλα μέρη του νησιού, ήταν φορολογικές ενότητες βυζαντινής εποχής τα μέλη των οποίων ήταν συνήθως ανεξάρτητοι μικροκαλλιεργητές. Η δεκαρχία Βίστωνα τελικά κατέληξε, κατά το 1382, να παραχωρηθεί από τους Ανδηγαυούς ηγεμόνες στη Ναπολιτάνικη οικογένεια Caracciolο ως φέουδο το οποίο έλαβε και το όνομα της.
Το λιβάδι των Βιτουλάδων. Χώρος που επι αιώνες οι πάροικοι εκτελούσαν τις σκληρές αγροτικές τους εργασίες. Στο βάθος κορφή Τσούκα που ορθώνεται πάνω από το Σκριπερό. Κάηκε από τις περσινές πυρκαγιές.

Το Κράτσαλο βεβαίως δεν θα μπορούσε να μείνει ανέγγιχτο από την φωτιά και το ατσάλι. Ένα από αυτά τα αγγίγματα ενέπνευσε και έναν τοπικό θρύλο. Συνέβη το 1403 όταν, σύμφωνα με τον Marmora, Γενοβέζοι επέδραμαν κατά του Αγγελοκάστρου. Η αντίσταση που συνάντησαν όμως ήταν σθεναρή με αποτέλεσμα να αποχωρήσουν ηττημένοι. Στους επόμενους αιώνες ο χώρος και οι άνθρωποι του θα στιγματιστούν από τα Οθωμανικά φουσάτα κατά τα ασέδια του 16ου αιώνα αλλά και από τις ντόπιες αρχές όταν, κατά τον 17ο αιώνα, οι έντονες κοινωνικές αντιθέσεις θα πυροδοτήσουν τα ρεμπελιά των ποπολάρων. Οι ποπολάροι στην περίπτωση των ασέδιων φαίνεται πως στάθηκαν τυχεροί, σε σχέση με άλλους συμπατριώτες τους. Υπάρχουν αναφορές ότι πολλοί κάτοικοι των γύρω χωριών γλύτωσαν το μοιραίο βρίσκοντας καταφύγιο στο απόρθητο Αγγελόκαστρο. Στην περίπτωση του ρεμπελιού όμως δεν είχαν την ίδια τύχη. Δέχθηκαν σκληρά αντίποινα για τον ξεσηκωμό τους.


Πηγές
  • Η Κέρκυρα και τα Ηπειρωτικά παράλια στα τέλη του Μεσαίωνα (1386-1462) - Σ. Ασωνίτης
  • Κερκυραϊκά Χρονικά Ζ΄, έργα Ιωάννη Ρωμανού
  • Ήθη, έθιμα και παραδόσεις της Βόρειας Ορεινής Κέρκυρας - Μωραΐτης Μενέλαος
  • Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος -14ος αι.) - Σ. Ασωνίτης
  • Αλκάδιοι, Αρκάδης και Αρκαδάδες - του Σπύρου Ι. Ασδραχά
  • Η νήσος Κέρκυρα – Joseph Partsch
  • Κερκυραϊκά, τόμοι Α΄ και Β΄ - Ι. Μπουνιάς
  • http://www.aleimmatades.org

Κορφιάτικοι Θρύλοι – μέρος ε΄


Η μάχη των Δουκάδων
            Στις αρχές του 15ου αιώνα λέγεται πως στα νότια ριζά του Κράτσαλου η ντόπια πολιτοφυλακή συνεπικουρούμενη από τσου Βενετσιάνους ήρθε στα… σπαθιά με μια δύναμη Γενοβέζων. Σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες εκείνη την εποχή αποβιβάστηκαν Γενοβέζοι επιδρομείς στην βορειοδυτική πλευρά του νησιού με σκοπό να πολιορκήσουν το Αγγελόκαστρο. Ξεκίνησαν από τα εύκολα λεηλατώντας τη μονή τση Παλαιοκαστρίτσας και στη συνέχεια κίνησαν για την ενδοχώρα. Απ’ ότι φαίνεται όμως δεν τα υπολόγισαν σωστά. Κάπου όξω από τσου Δουκάδες, στην τοποθεσία Κριτσίλλα, μια δύναμη ντόπιων ποπολάρων πολιτοφυλάκων τους είχε ετοιμάσει μια… γενναιόδωρη τελετή υποδοχής. Το μενού φυσικά θα περιλάμβανε τις τυπικές σπεσιαλιτέ της εποχής, δηλαδή σπαθιά, βέλη και ακόντια. Η μάχη που επακολούθησε ήταν σφοδρή. Οι επιτιθέμενοι τα βρήκαν σκούρα και αδυνατούσαν να κάμψουν την αντίσταση των αμυνόμενων. Τελικά πάνω …στου μακελειού την άψη… οι Γενοβέζοι αναφώνησαν το φημισμένο «Αυτό είναι κράτος άλλο!» σε σπαστά ελληνικά (!) και το έβαλαν στα πόδια. Έτσι λέει βαφτίστηκε και ο παρακείμενος ορεινός όγκος Κράτσαλο (κράτος άλλο). Τέλος, οι νεκροί της μάχης θάφτηκαν στην τοποθεσία Μνήματα, ενώ το γεγονός έμεινε γνωστό, στην τοπική παράδοση, ως η μάχη των Δουκάδων ή η μάχη του Κριτσίλλα. Αυτά με τον θρύλο. 
Στην τοποθεσία Κριτσίλλα, με απόφαση της πλαιοψηφίας της Τοπικής Κοινότητας Δουκάδων, αναρτήθηκε επιγραφή στο σημείο όπου έγινε, σύμφωνα με την παράδοση, η μάχη των Δουκάδων (φωτό Σ. Μουμούρης).

Συνήθως όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά έτσι και η παραπάνω ιστορία έχει αληθινό υπόβαθρο. Ανατρέχοντας στις πηγές θα δούμε ότι κατά το 1403 ο Γενοβέζικος στόλος έπλεε στα νερά της ανατολικής Μεσογείου, υπό την ηγεσία του Γάλλου Boucicaut (Jean II Le Maingre, στρατάρχης και διοικητής της Γένοβα). Η κίνηση αυτή ανησύχησε τους Βενετσιάνους οι οποίοι έσπευσαν να προστατεύσουν τις κτήσεις τους. Έτσι και στην Κέρκυρα, έθεσαν σε συναγερμό την τοπική φρουρά και ενίσχυσαν την άμυνα της στέλνοντας βαλλιστάριους (στρατιώτες χειριστές φορητής βαλλίστρας – δημοφιλέστατο και διαδομένο όπλο της εποχής). Όχι άσκοπα αφού σύμφωνα με τον Marmora κάπου το φθινόπωρο του 1403 ο Boucicaut επιτέθηκε κατά του Αγγελοκάστρου. Τα προληπτικά μέτρα όμως αποδείχθηκαν αποτελεσματικά. Η επίθεση αναχαιτίστηκε και οι Γενοβέζοι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Το γεγονός επιβεβαιώνεται και από άλλες πηγές, οπότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι αυτή η μάχη είναι πραγματικό συμβάν. Όμως λεπτομέρειες για τη σύγκρουση και την έκτασή της δεν γνωρίζουμε. Όπως και να έχει το γεγονός διασώθηκε στη συλλογική μνήμη φτάνοντας ως τις μέρες μας με την μορφή θρύλου.
Σίγουρα ο μύθος δεν είναι ασφαλές μέσο για την εξαγωγή συγκεκριμένων πληροφοριών και λεπτομερειών. Δεν ξέρουμε πότε και πως διαμορφώθηκε ή κατα πόσο ταυτίζεται με την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, το γεγονός της αναφώνησης της γνωστής φράσης είναι ιδιαίτερα αμφίβολο και κατ’ επέκταση το ότι αποτέλεσε έμπνευση για την ονομασία του γειτονικού ορεινού όγκου Κράτσαλο, αφού αυτό οφείλει την ονομασία του στο φέουδο Caracciolo. Απ’ την άλλη όμως η τοποθεσία Κριτσίλλα (άσχετη με το Κράτσαλο) είναι υπαρκτή και βρίσκεται γύρω στα 20μ από το σχολείο των Δουκάδων. Επίσης η τοποθεσία Μνήματα, κοντά στους Δουκάδες, απανταται σε συμβολαιογραφική πράξη του νοτάριου Αρσένιου Αλεξάκη το 1515, "..εις την περιοχήν και διακράτησιν χωρίου των Δουκάδων, λεγάμενα εις τα Μνήματα εις τα Παλιομαντριά...". Το τοπωνύμιο σώζεται ως τις μέρες μας και μάλιστα προ δυο δεκαετιών, κατά τη διάρκεια εκσκαφών, βρέθηκαν ομαδικοί τάφοι εκεί. Βέβαια, ελλείψει περαιτέρω στοιχείων δεν μπορούμε να την συνδέσουμε με απόλυτη σιγουριά με τον τελευταίο τόπο κατοικίας των πεσόντων της μάχης. Δεν παύει όμως να αποτελεί μια επιπλέον ένδειξη...

Το φευγαλέο κόνισμα

            Εκεί στα μέρη του Κράτσαλου βρίσκεται, χτισμένο στην άκρη ενός γκρεμού, το ξωκλήσι του Άη Συμιού. Η φολκλορική παράδοση μας αφηγείται πως ανήκε στο παρακείμενο, εξαφανισμένο σήμερα, χωριό των Μάμαλων και χτίστηκε κατόπιν υποδείξεως από τα θεία, όπως συνήθως λέγεται για τουε ναούς. Η ιδιαίτερη τοποθεσία του πάντως σίγουρα ενισχύει αυτήν τη μυθική αύρα που το περιβάλλει.
Ο Άη Συμιός και στο βάθος οι Λιαπάδες

            Λέγεται λοιπόν, πως κάποια φαμίλια που πάντρεψε την κόρη της, έδωκε για προίκα μια εικόνα του Αγίου Συμεών. Η εικόνα όμως φαίνεται ότι δεν ήταν ευχαριστημένη στο νέο της σπιτικό. Ως δια μαγείας επέστρεψε μοναχή της στην αρχική της θέση στο κονοστάσι τση φαμίλιας της νύφης. Τη γύρισαν στο σπιτικό της νύφης αλλά αυτή πάλι επέστρεψε στο κονοστάσι. Κάποια στιγμή λοιπόν η εικόνα μάλλον βαρέθηκε τα πήγαινε έλα και χάθηκε εντελώς. Τελικά εντοπίστηκε μετά από κάμποσο χρονικό διάστημα σε ένα ειδυλλιακό σημείο στο οποίο και χτίστηκε το ξωκλήσι του Άη Συμιού.
            Υπάρχει όμως και άλλος θρύλος σχετικός με το ξωκλήσι. Αυτός αναφέρει πως μια φορά και έναν καιρό κάποιες γυναίκες από τσου Λιαπάδες βγήκαν στην εξοχή να μαζέψουν ξύλα. Καθώς προχωρούσαν παρατήρησαν ένα φως που τρεμοέπαιζε κάπου μακριά. Αυτό τους κίνησε την περιέργεια γι’ αυτό και πήγαν προς το μέρος του να δουν τι είναι. Εκεί βρήκαν την εικόνα του Αγίου Συμεών και την πήγαν σπίτι τους. Η εικόνα φαίνεται πως, όπως και στον άλλο μύθο, προτιμούσε την μοναξιά και με μαγικό τρόπο γύρισε στο σημείο που την βρήκαν. Οι χωρικοί το ερμήνευσαν αυτό ως θεϊκό σημάδι και μην θέλοντας να πάνε κόντρα στην βούληση του Θεού έχτισαν μια εκκλησία στο σημείο που βρέθηκε για να την στεγάσουν.
            Τέλος, η παράδοση μιλά και για ένα θαύμα που συντελέστηκε κατά το χτίσιμο του ναού. Ένας άνθρωπος πήγε να κεράσει τους μαστόρους που έχτιζαν τον ναό αλλά παραπάτησε ο τσαμένος και έπεσε στον γκρεμό μαζί με τον δίσκο με τα ποτά. Όμως βγήκε απολύτως σώος από την πτώση και ούτε τα ποτά χύθηκαν, αποδεικνύοντας…. πως οι Radiohead σφάλουν όταν λένε ότι …η βαρύτητα νικά πάντα….

Οι καμπάνες τ’ Άη Νικόλα του Κρούτσουλου

Αφού μιλήσαμε για Κράτσαλο ας πούμε και για Κρούτσουλο. Συγκερκιμένα για μύθους που έχουν σχετιστεί με τις καμπάνες του ναού του Άη Νικόλα του Κρούτσουλου, που βρίσκεται στην περιοχή της Δασιάς.
Ο ένας μιλάει για κάποιον κόντε που έμενε στη Κορακιάνα και είχε την ατυχία να αιχμαλωτιστεί από πειρατές. Τελικά μετά από κάποια χρόνια και με τα χίλια ζόρια κατάφερε να απελευθερωθεί. Ως δείγμα ευγνωμοσύνης προς τον Άη Νικόλα έφερε τάμα στον ναό αυτές τις καμπάνες.
Ο άλλος λέει ότι οι καμπάνες κλάπηκαν τρεις φορές αλλά ώ του θαύματος, ξαναγυρνούσαν πάλι στην θέση τους. Την πρώτη φορά κλάπηκαν από πειρατές. Οι καμπάνες όμως, σαν ξανοίχτηκε στην θάλασσα το πλεούμενο, άρχισαν να χτυπούν μόνες τους! Το αποτέλεσμα ήταν να χεστούν πάνω τους οι πειρατές και να τις επιστρέψουν άρον άρον στην θέση τους φοβούμενοι την θεϊκή οργή. Την δεύτερη κλάπηκαν και βρέθηκαν λέει σε παζάρι της Βενέτσια. Εκεί τις αναγνώρισε ο κόντες Νικόλαος Θεοτόκης σε κάποιο από τα ταξίδια που έκανε στην πρωτεύουσα της Γαληνοτάτης. Δίχως να το σκεφτεί τις αγόρασε και τις επέστρεψε έτσι στην Κέρκυρα. Στην τρίτη κλοπή εμπλέκεται και το ασέδιο του 1537. Οι Τούρκοι ως γνωστόν ρήμαξαν τσου Κορφούς σκοτώνοντας, αιχμαλωτίζοντας και λεηλατώντας. Ο θρύλος αναφέρει ότι ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν ο Αλέξανδρος Νικολάου Θεοτόκης (λες ο γιός του προαναφερόμενου Θεοτόκη;) από το υποστατικό της Κρεβατζούλας. Ο Άλεξ λοιπόν κατέληξε στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής όπου τον αγόρασε ένας άρχοντας μαζί με τις εν λόγω καμπάνες που είχαν παρθεί ως λάφυρα. Έτσι ο Αλέξανδρος από κόντες γίνηκε υπηρέτης. Έμεινε σε αυτό το πόστο για πολλά χρόνια …στης Ανατολής τα μέρη… και η μόνη του παρηγοριά ήταν ο γνώριμος ήχος από τις καμπάνες του. Τελικά τον βρήκαν οι δικοί του οι οποίοι έσπευσαν να εξαγοράσουν την ελευθερία του και μάλιστα ο Ανατολίτης άρχοντας ως ένδειξη γενναιοδωρίας του επέστρεψε και τις καμπάνες του. Έτσι ο Άλεξ γύρισε στην Κέρκυρα και οι καμπάνες ξαναμπήκαν στην θέση τους.


Πηγές
  • Η Κέρκυρα και τα Ηπειρωτικά παράλια στα τέλη του Μεσαίωνα (1386-1462) - Σ. Ασωνίτης
  • Οι πράξεις του νοτάριου Δουκάδων Κέρκυρας Αρσένιου Αλεξάκη (1513-1516) - Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τόμος 34
  • Ήθη, έθιμα και παραδόσεις της Βόρειας Ορεινής Κέρκυρας - Μωραΐτης Μενέλαος
  • http://corfubee.wordpress.com/
  • http://www.corfufeakes.gr/
  • Ντόπιοι
  • Οι χρησιμότατες πληροφορίες του κ. Σ. Μουμούρη.

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Νυμφών Τόπος– μέρος γ΄


Ασκηταριό
Το εγκαταλελειμμένο εδώ και καιρό, μοναστηριακό συγκρότημα του Ασκηταριού βρίσκεται βόρεια του χωριού των Νυμφώνε. Θεωρείται από τα αρχαιότερα χριστιανικά μνημεία του νησιού. Προσφάτως μάλιστα υποβλήθηκαν σε μελέτη τα χτίσματα του με σκοπό την αποκατάσταση τους, η οποία παρουσιάστηκε σε έκθεση με θέμα «Ερμηνεύοντας την πνοή των Ιστορικών κτιρίων» που συνδιοργάνωσαν διάφοροι φορείς.
 Πέραν όμως της ιστορικής του αξίας, το όμορφο περιβάλλον, το πυκνό δάσος καθώς και η παρακείμενη κοιλάδα το καθιστούν ενδιαφέρον προορισμό για φυσιολάτρες και περιπατητές. 



Λίγη ιστορία
Σύμφωνα με τον γνωστό θρύλο σε τούτα τα μέρη να ασκήτεψε ένας Ηπειρώτης μοναχός τον 5ο αιώνα. Η παλαιότερη όμως αναφορά στο Ασκηταριό γίνεται σε έγγραφο του 1371, εποχή που κάνανε κουμάντο στην Κέρκυρα οι Ανδηγαυοί ηγεμόνες της Νάπολι. Το έγγαφο συντάχθηκε από τον Δημήτριο Μαλάκη ο οποίος είχε «δια της βασιλικής εξουσίας το οφήκιον» να είναι «νοτάριος της πόλεος των Κοριφών». Σε αυτό αναφέρεται η παραχώρηση προνομίων στην μονή του Ασκηταριού από τον λατίνο «αρχιεπίσκοπο πόλεως και νίσου Κερκύρας και βασηλικό προτοσύμβουλο» Καστελίνο Ρωμανόπουλο. 
Συγκεκριμένα μαθαίνουμε πως «Ήλθε προς ημάς ο ιερομόναχος Μεθόδιος εκ πόλεως Αχρηδώνος (σημερινή Οχρίδα) ακόμι και με δυο άλλους μοναχούς δια να ζητίσουν ελεημοσύνην δια το ασκηταρίο ήγουν δια το μοναστήριον του Παντοκράτορος Σωτήρος Χριστού το επονομαζόμενον Ασκυταρίω». Επίσης προκύπτει ότι το Ασκηταριό, που χαρακτηρίζεται θαυματουργό, είχε λάβει προνόμια και απαλλαγές σε παγιότερες εποχές διότι «είδεν η ταπηνότης (ο αρχιεπίσκοπος Ρωμανόπουλος) ημών και εξέταξεν πως εξ αρχήθεν ήτε από παλεώθεν να ήτο ελευθερομένο το αυτό θαυματουργό και άγιον κελή, δια τούτω θέλωμεν εις τον μέλωντα, ότι το αυτό μοναστήριον να είναι ελεύθερο εις εώνα τον άπαντα». Η μονή είχε περιουσία η οποία περιλάμβανε «αμπέλια, χωράφια και ελαικά δένδρη, καρπούσημα και άκαρπα, ξύλα και ζώα». Τέλος, εχτός από την επικύρωση των προνομίων της από τον λατίνο αρχιεπίσκοπο έλαβε από αυτόν και δωρεά «τον μύλον, όπου είναι από κάτω από το χορίον των Λεφών (Νηφών) πλησίον την στράτα, όπου υπάγη εις την Αγία Παρασκευή».
            Είναι εμφανές, εχτός των άλλων, ότι το μοναστήρι είχε προνομιακό στάτους αφού απολάμβανε απαλλαγές που του είχαν αποδωθεί σε προγενέστερη εποχή, προφανώς στη βυζαντινή. Οπότε πιθανόν να μετρούσε ήδη ένα-δυο ή και παραπάνω αιώνες ζωή το 1371. Η μονή συνεχίζει την εμφάνιση της και στα τεκμήρια των επόμενων αιώνων. 

Ο χώρος
Φτάνοντας στην τοποθεσία μας υποδέχεται μια παρέα από εγιές, κυπαρίσσια και λίγες γέρικες καστανιές, πλάι σε ένα νεκροταφείο και μια εκκλησιά. Από εκεί ακολουθώντας ένα μονοπάτι ξεπροβάλλει ξαφνικά μπροστά μας σε μια υπέροχη τοποθεσία η μονή του Ασκηταριού. Δεν είναι περιτοιχισμένη και ορθώνεται σε ένα ξέφωτο πλαισιωμένο από πυκνή βλάστηση. Μια βλάστηση που εχτός των προαναφερθέντων περιλαμβάνει βελανιδιές, τις ξαδέρφες τους τις αριές (= Quercus Ilex, μέλος του γένους των Δρυών) και αραιά και που καμμιά συκιά και κάνα πεύκο.

Αριά (Quercus Ilex)
Ερείπια κελιών

Τα πρώτα χτίρια που συναντάμε είναι τα ερείπια των λιθόκτιστων κελιώνε και άλλων χώρων. Παραπλεύρως τους, σε πιο χαμηλό επίπεδο όμως λόγω διαμόρφωσης του εδάφους, ορθώνεται ο ναός του Παντοκράτορος. Κοντά στον ναό υψώνονταν κάποτε ο νυν αποκεφαλισμένος, πιστός φρουρός της μονής. Ένα κυπαρίσσι το οποίο αν κρίνουμε από το απομεινάρι του, ένα τμήμα του κορμού, πρέπει να ήταν πανύψηλο και γέρικο. 

Κοιτώντας προς νότο, ο ναός του Παντοκράτορος και παραπλεύρως τα ερείπια των κελιών
Ο ακέφαλος φρουρός τση μονής

Βόρεια του ναού απλώνεται ένας επίπεδος χώρος. Εκεί δεσπόζει ένα ογκώδες χτίριο το οποίο είναι μονώροφο από την δυτική του πλευρά και διώροφο από την ανατολική, λόγω της κλίσης του εδάφους, ενώ έχει και ένα πρόσκτισμα στην νότια του πλευρά. Εδώ λειτουργούσε το 1932 η Γεωργική σχολή της Κέρκυρας. Είναι λιθόχτιστο με ιδιαίτερα χοντρούς τοίχους και φαίνεται ότι περιλαμβάνει διάφορες οικοδομικές φάσεις και επεμβάσεις. Ο πρώτος όροφος (ισόγειος από την δυτική πλευρά) έχει θολωτή οροφή. Από εκεί μια σκάλα οδηγεί στον δεύτερο όροφο αλλά και στο υπόγειο όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις ενός ξεχασμένου ζωοκίνητου λουτρουβιού που μάταια προσμένει την επαναλειτουργία του. 

Η ανατολική πλευρά του κεντρικού κτιρίου

Πιάνοντας πορεία προς τα ανατολικά ένα μονοπάτι διασχίζει το δάσος, πλάι σε ρυάκια, οδηγώντας σε μια βραχώδη τοποθεσία. Εκεί υπάρχουν οι σκαλισμένες εσοχές τις οποίες η παράδοση θέλει να τις έκανε ο Ηπειρώτης μοναχός καθώς και ο βράχος που λένε πως τον καταπλάκωσε.



Πηγές
  • Διαδίχτυο
  • Ντόπιοι
  • Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος-14ος αι.) - Σ. Ασωνίτης
  • Κερκυραϊκά, τόμοι Α΄ και Β΄ - Ι. Μπουνιάς
  • Acta et diplomata graeca medii aevi sacra et profana - F. Miklosich & I. Muller

Νυμφών Τόπος– μέρος β΄

Καταρράχτης Νυμφών
Εντάξει μπορεί να μην είναι εντυπωσιακός και τόσο όμορφος όσο οι καταρράχτες της Έδεσσας, του Φονιά, της Νέδας, του Μαν’κάτσα κλπ, δεν παύει όμως να δίνει, σε συνδυασμό με το τοπίο, μια ξεχωριστή και εντυπωσιακή εικόνα. Έστω και αν δεν πλατσουρίζουν νύμφες στα νερά του.
Ο θρυλικός καταρράχτης των Νυμφώνε (φωτό από το προφίλ των Νυμφών στο φαψεβοοκ, αναρτημένη από τον Κώστα Κούδα)
Ο καταρράχτης των Νυμφών βρίσκεται στην περιοχή της Άκολης. Προσεγγίζεται από ένα χωματόδρομο ο οποίος όμως περνά από πάνω του. Για να έχει κανείς μια καλύτερη οπτική άποψη θα πρέπει να κατέβει την πλαγιά που είναι δίπλα από τον δρόμο, προς το σημείο όπου ο καταρράχτης πέφτει. Στην ίδια περιοχή βρίσκεται και μια επιμελώς δομημένη λίθινη κατασκευή, ίσως απομεινάρι παλιού γεφυριού.
 
Δείτε και ένα βίνδεο των καταρραχτών εν δράσει εδώ.



Η κοιλάδα του Ασκηταριού

Το μονοπάτι που οδηγεί από το Ασκηταριό στην περιοχή με τσι σκαλισμένες εσοχές στους βράχους δεν τερματίζει εκεί. Συνεχίζοντας το, ξεκινάμε την κατάβαση, μέσα από το σκιερό δάσος, της κισσόστρωτης πλαγιάς. Παράλληλα αρχίζει να μας αποκαλύπτεται σιγά σιγά, υπό τον ήχο τρεχούμενων νερών,  ένα ιδιαίτερο τοπίο.


Πρόκειται για μια μίνι κοιλάδα (του Καναλακίου αν δεν απατώμαι) που την έχει χαράξει ένα ρέμα ανάμεσα από δυο λοφοσειρές, στην μια εκ των οποίων βρίσκεται το Ασκηταριό. Είναι το ίδιο ρέμα που σχηματίζει, νοτιότερα στην περιοχή τσ’ Άκολης, τους γνωστούς καταρράκτες της περιοχής των Νυμφών. 


Η κοιλάδα αυτή είναι ντυμένη σε αποχρώσεις του πράσινου με ένα συνδυασμό εγιών, βελανιδιών, κυπαρρισιών καθώς και άλλων δένδρων και φυτών που μαζώχτηκαν δίπλα από τα τρεχούμενα νερά του ρέματος για να ξεδιψάσουν. Την εικόνα ολοκληρώνει η πανίδα, υδρόβια και στεριανή, που βρίσκει εδώ βεβαίως πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί.


Για τσου φίλους των περιπάτων και τσου φυσιολάτρες υπάρχει μια εύκολη διαδρομή που διασχίζει αυτό το όμορφο (αν και τα σκουπίδια δεν λείπουν) τοπίο. Μόλις τεγειώσουν την κατάβαση της πλαγιάς του Ασκηταριού μπορούν να περπατήσουν ένα χωματόδρομο που κινείται βορειοδυτικά. Αυτός ακολουθά την κοίτη του ρέματος, άλλοτε υπό την σκιά δρυών άλλοτε πλάι σε ελαιώνες. Σε κάποιο σημείο συναντά και μια ξύλινη γέφυρα αποτελούμενη από κυπαρισσοκορμούς. Αυτή οδηγεί στην αντίπερα όχθη σε έναν ελαιώνα όπου υπάρχουν και άλλα μικρότερα ρυάκια που καταλήγουν στο κεντρικό ρέμα. Από εκεί μπορεί κανείς να βγει στην περιοχή των Ξαχειράδων νοτίως των Σφακερών. Αν αγνοήσουμε αυτή την παρέκκλιση τση διαδρομής, η πορεία συνεχίζει, ενίοτε με την συντροφιά περιβολιών όπου μεγαλώνουν τα περίφημα κουμ κουάτ των Νυμφών και άλλα εσπεριδοειδή, ώσπου να φτάσει στον τελικό της προορισμό, τον Πλάτωνα Νυμφών. 



Πηγές
  • Διαδίχτυο
  • Ντόπιοι