Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Κατζατζάροι…. πίνιες και ερείπια





Πίνιες και ερείπια… Εναλλακτικές απόψεις περί πρασίνου συναντούν απόηχους του χθες συνθέτοντας τσου Κατζατζάρους. Μια τοποθεσία με ξεχωριστή ταυτότητα, ολίγον τι ασυνήθιστη για το νησί. Είναι γι’ αυτούς που μπούχτισαν, ένα μπουτσούνι, από την γκριζοπράσινη παντοκρατορία των λιόδεντρων.

Εις τους Κατζατζάρους.


  Το τοπίο ορίζεται από λόφους στα πόδια των οποίων χαράσσουν την πορεία τους διακλαδιζόμενες ρεματιές, σχηματίζοντας έτσι έναν λαγκαδότοπο. Συνάμα, το αγκαλιάζει σφιχτά η οργιώδης βλάστηση που συντηρείται από τα παγιδευμένα νερά. Η ατμόσφαιρα που το περιβάλλει είναι έντονα φορτισμένη με υγρασία, αποδίδοντας, σχεδόν, μια υφή στον αέρα. Ανάμεσα σ’ αυτά, εδώ και εκεί, ξεφυτρώνουν κάποια χαλάσματα περασμένων εποχών, παραδομένα πλέον στο περιβάλλον που τα φιλοξενεί.

Παρά την επιδρομή των κισσών, το αγροτόσπιτο ακόμη επιδεικνύει περήφανα τον μπότζο του.

Περπατώ μες στο δάσος.....

            Η τοποθεσία είναι γνωστή με το όνομα Κατζατζάροι τουλάχιστον από το 1753, όπως αποκαλύπτει εκκλησιαστικός κατάλογος εκείνης της χρονιάς. Και από βγαίνουν αυτοί οι Κατζατζάροι; Σύμφωνα τις απόψεις ερευνητών, από τον Κατετζάρο, έναν άρχοντα που κατείχε χτήματα στην περιοχή.

Αγροικία μακρινών εποχώνε.



  Ο χώρος στο χθες δεν ήταν ούτε έρημος, μήτε αχρησιμοποίητος. Ιστορικά έγγραφα αποδεικνύουν πως ο πυρήνας της περιοχής, επί Ενετοκρατίας, ανήκε στην βαρονία Μπάρμπαρο (ή Ράλλη-Φραγκώνη). Ήταν μια από τις βαρονίες του νησιού, στις οποίες υπάγονταν, συνολικά, πάνω από το ½ τση Κορφιάτικης γης και εκτελούσαν τις αγροτικές τους εργασίες ακτήμονες ποπολάροι, μέσω επαχθών αγροληπτικών σχέσεων. Επιπλέον πληροφορίες για το μέρος, τα χαρακτηριστικά και τις ιδιοκτησίες της γης μας δίνει σωζόμενο σχετικό τοπογραφικό των τελών του 18ου αιώνα. Ταυτόχρονα, επί τόπου τεκμήρια μαρτυρούν την έστω και αραιή ανθρώπινη δραστηριότητα. Ρημαγμένα αγροτόσπιτα, κάποια από τα οποία ανάγονται στα Βενετσιάνικα χρόνια αφού είναι σημειωμένα στο προαναφερθέν τοπογραφικό, το αρχοντικό του Σπάθα, ξεχασμένες οχτιές, καθώς και ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Γεωργίου που το 1753 καταγράφεται ως ιδιωτικός, ανήκων στην βαρονία Μπάρμπαρο ο οποίος ωστόσο, όπως έδειξαν οι έρευνες του ιστοριοδίφη Κώστα Γραμμένου, είναι αρκετά παλαιότερος αφού ήταν ήδη υπαρκτός το 1514 και ανήκε στον γαιοκτήμονα της περιοχής μισέρ Ιάκωβο Ράλλη.
Η βλάστηση, μόνιμη προσκυνήτρια, υπό το ξεθωριασμένο βλέμμα Αγίων, ....

...στον Άι Γιώργη.





         Η χλωρίδα της τοποθεσίας έχει τις ιδιομορφίες της, καθότι, αναπάντεχα, τα λιόδεντρα αποτελούν μειοψηφία. Δεν είναι γνωστό αν η αιτία αυτού του γεγονότος σχετίζεται με το έδαφος ή με τον προσανατολισμό της αγροτικής καλλιέργειας των χρηστών ή ιδιοκτητών της γης. Ξεχωρίζουν κυρίως οι λυγερόκορμες κουκουναριές με τις πυκνές, καταπράσινες κορώνες τους, οι βελανιδιές και οι καστανιές με τα αγκαθωτά στολίδια τους. Όλες μαζί σκορπούν απλόχερα, κατά το φθινόπωρο, πίνιες, βελανίδια και κάστανα απλώνοντας ένα αλλόκοτο διακοσμητικό μοτίβο στο έδαφος. Ουσιαστικά η περιοχή αντανακλά την εικόνα που παρουσίαζε η βλάστηση της Μέσης Κέρκυρας κατά το μακρινό παρελθόν, πριν την επέλαση των λιόδεντρων, οπότε έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Σ’ αυτό συντελούσε και το ωραιότατο κουκουναρόδασος που σχηματιζόταν, μια φορά και έναν καιρό, στους Κατζατζάρους. Σήμερα όμως αποτελεί ανάμνηση αφού προσφέρθηκε ως θυσία στην καταστροφική πυρκαγιά του 2000. Το μνημείο του άλλοτε κραταιού κουκουναρόδασους ορίζουν οι όρθιοι καμένοι κορμοί των κουκουναριών. Πλάι τους η φύση έχει αρχίσει διαδικασίες αναγέννησης, αλλά θα πάρει χρόνια για να φτάσει τις δόξες του παρελθόντος. Αν τα καταφέρει…

Εικόνα βλάστησης βγαλμένη από το μακρινό παρελθόν.


Φθινοπωρινό μοτίβο (Με πευκοβελόνες αντί για πίνιες).


Καμμένοι κορμοί, μνημεία του κουκουναρόδασους.










  Γιατί «αν τα καταφέρει»; Επειδή οι πιθανότητες επιβίωσης των Κατζατζάρων είναι λίγες αφού βρίσκονται μονίμως υπό καθεστώς απειλής. Οι ελάχιστες συστάδες των δέντρων και τα λιγοστά μέλη της πανίδας που έχουν απομείνει κινδυνεύουν με εκμηδενισμό, καθότι επί ετήσιας, σχεδόν, βάσης πυρκαγιές θερίζουν ανηλεώς το μέρος. Φυσικά η συχνότητα τέτοιων φαινομένων δημιουργεί βάσιμα ερωτήματα για το κατά πόσο αυτά είναι τυχαία. Οι υπόλοιποι παράγοντες περιβαλλοντικής υποβάθμισης συνίστανται κλασικά στη ρίψη μπάζων και σκουπιδιών, παρά την ύπαρξη πινακίδων που απαγορεύουν κάτι τέτοιο και στην οικοπεδοποίηση. Αυτά συμβαίνουν όταν γειτονεύεις μ’ αθρώπους…..

Δύο επιζώντες και το καμμένο κουφάρι της υπεραιωνόβιας καστανιάς.

Παρά το βαθύ τραύμα ο αγώνας για την κατάκτηση των ουρανών συνεχίζεται....

Κάπως έτσι, οι Κατζατζάροι, αναμειγνύοντας ιστορία με φύση, προσφέρουν ερεθίσματα για περιπλανήσεις στο χρόνο και στο χώρο. Παρότι μάχονται άνισα ενάντια στον εκφυλισμό τους, ακόμη καταφέρνουν να συντηρούν κάποιες γωνίες ελκυστικές για όσους αποζητούν μια μικρή απόδραση στο διαφορετικό. Κάτι που ίσως θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τοπικούς φορείς για την οργάνωση περιπατητικών διαδρομών. Αλλά και να μην πραγματοποιηθεί αυτό, το πιθανότερο δηλαδή, μονοπάτια και χωματόδρομοι υπάρχουν, η περιήγηση είναι εύκολη, οπότε ..... ασκωθείτε και προβατείστε..

Λιόδεντρα... απέχετε.


Σκάλες που οδηγούν στο χθες...

...και μια αιώνια επίκληση προς τα ουράνια.




Πηγές
  • Κερκυραϊκές αρχοντικές αγροικίες Μέσης Κερκύρας, πρώην δήμων Κερκυραίων και Αχιλλείων – Κ. Δ. Καραμούτσος
  • Ναοί και Μοναστήρια Κέρκυρας, Παξών και Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα - Καπάδοχος Χρ. Δημήτριος
  • Η νήσος των Κορυφών το 16ο αιώνα – Χ. Κόλλας
  • Ο.Π.
  • Άρθρο Κώστα Γραμμένου για τους Καλαφτιώνες

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Σιναράδες

Ο κ. Δημουλάς μέσα από το κείμενό του και τις φωτογραφίες του, μας καλεί να γνωρίσουμε το παραδοσιακό και ιστορικό χωριό των Σιναράδων. Το άρθρο προέρχεται από την "Σπερατζάδα τσου Κορφούς".


    Παραδοσιακό χωριό στη Μέση Κέρκυρα (ανακυρήχθηκε παραδοσιακός οικισμός το 1978), 12 χλμ. δυτικά της πόλης, φωλιασμένο στη χαμηλή πλαγιά κατάφυτου λόφου από ελιές, κυπαρίσσια, αμυγδαλιές και πεύκα, με μέσο υψόμετρο 170 μ. Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η πρώτη υποστηρίζει ότι προήλθε από τους πολλούς γεωργούς του χωριού και τη ευρεία χρήση της αξίνας (τσαπί). Οι πολλοί αξιναράδες λοιπόν λέγεται πως έδωσαν με την παραφθορά του χρόνου την ονομασία Σιναράδες. Η δεύτερη εκδοχή λέει ότι η ονομασία αυτή, προέκυψε λόγω της μεγάλης παραγωγής κρασιού, που πολλές φορές ξέμενε με αποτέλεσμα το ξίνισμά του. Έτσι, η έντονη μυρωδιά του τόπου, από αυτό το ξίνισμα έδωσε στους κατοίκους του χωριού την ονομασία ξιναράδες, που μετετράπη με τον καιρό σε Σιναράδες. Η τρίτη και λογικότερη εξήγηση υποστηρίζει ότι το Σιναράς ή Σίνης, επώνυμο του πρώτου οικιστή του χωριού, ήταν η αιτία της αυτής της ονομασίας. Επώνυμο που πρέπει να χάνεται στα βάθη του χρόνου, γι’ αυτό και δεν έχει εντοπιστεί σε γραπτές πηγές.

Άποψη των Σιναράδων από τσου Καλαφατιώνες.

     Εγγράφως το χωριό απαντάται από τα μέσα του 14ου αιώνα, ενώ από το 1479 και μετά οι αναφορές σ’ αυτό πληθαίνουν. Όμως αρχαία ευρήματα, στην αγροτική τοποθεσία Ύψος, ένα  χλμ. έξω από το χωριό, όπου βρέθηκαν τάφοι ρωμαϊκής εποχής, μας οδηγούν στο συμπέρασμα της συνεχούς κατοίκησης του χώρου από την αρχαιότητα. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν ακόμα βρεθεί παλαιολιθικά λίθινα σύνολα. Ερωτηματικά δημιουργούνται επίσης, από κάποιες μεγάλες τετραγωνισμένες πέτρες τοποθετημένες σε λιθιές, πιθανώς απομεινάρια  αρχαίου κτίσματος, στο λόφο του Ταξιάρχη, κοντά στον ομώνυμο ναό.

Στράτες...





... και ρούγες.
      Διασώζονται στο χωριό, που έχει πυκνή δόμηση, σπίτια της ενετικής ακόμη εποχής, πλακόστρωτα δρομάκια, πορτόνια με ανάγλυφα οικόσημα, παραδοσιακοί μπότζοι (μπαλκόνια), πέτρινα πηγάδια, καπνοδόχοι και άλλα παραδοσιακά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Υπάρχει επίσης, στο κέντρο του χωριού το μνημείο των πεσόντων, χτισμένο το 1959 προς τιμήν των συγχωριανών που έπεσαν υπέρ της πατρίδος σε διάφορους πολέμους, από το 1897 και μετά. Το χωριό χωρίζεται σε γειτονιές, με ονομασίες όπως το Κατωχώρι, το Πανωχώρι, το Πεταλωτό, τα Αλαμανάτικα, τα Πηγιάτικα, τα Γραμμενάδικα, τα Σαγιάτικα και άλλες. Στα  αξιοθέατα του χωριού, περιλαμβάνεται και το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Μέσης Κέρκυρας (ιστοσελίδα: http://cmm.corfuculture.gr/ ), το οποίο ιδρύθηκε, με εμπνευστή του τον εκπαιδευτικό Νίκο Πακτίτη, το 1982 από την Ιστορική – Λαογραφική Εταιρεία Κέρκυρας και στεγάζεται από το 1989 στη γραφική γειτονιά του Αϊ Γιάννη. Πρόκειται για ένα διώροφο οίκημα, διαρρυθμισμένο σαν παραδοσιακό σπίτι των αρχών του αιώνα, με ενδιαφέροντα εκθέματα σκευών και επίπλων, κεραμικά (όπως  ρωμαϊκός αμφορέας), μια βαλσαμωμένη χελώνα καρέτα – καρέτα, μια παπυρέλα (παραδοσιακό παμπάλαιο σκάφος φτιαγμένο από βούρλα), τμήμα αμερικανικού αεροπλάνου που χτυπημένο έκανε αναγκαστική προσγείωση στο λιβάδι του Ρόπα (25-9-1944), αγροτικά εργαλεία, παραδοσιακή φορεσιά, εργαστήρι τσαγκαρικής, παλιές φωτογραφίες και πολλά άλλα.

Η πιατσέτα με το μνημείο των πεσόντων.

Το λαογραφικό μουσείο.
     Στην αρχή του χωριού, στον κεντρικό δρόμο που το διασχίζει, κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, δεσπόζει το επιβλητικό αρχοντικό της οικογένειας Βασιλάκη (νεοκλασικού ρυθμού). Ορθώνεται μέσα σε χώρο 2,5 στρεμμάτων και  περιβάλλεται από κήπο με οπωροφόρα δέντρα, διακοσμητικά φυτά και άνθη, το οινοποιείο, το αμαξοστάσιο, τις ελαιοαποθήκες και όλους τους άλλους χώρους των μεγάλων αρχοντικών της εποχής. Σήμερα με την ονομασία «Παλούμπι» (παλιό τοπωνύμιο της θέσης), η έπαυλη λειτουργεί ως ξενώνας πολυτελείας. Για τους Βασιλάκη, λέει ο μύθος, ότι ήταν η πιο φτωχή οικογένεια του χωριού και ζούσε σε μια καλύβα. Μια μέρα η σύζυγος του Βασιλάκη, βρήκε ένα μπαούλο να πλέει στη θάλασσα. Το μπαούλο ήταν γεμάτο λίρες και κοσμήματα και ήταν η αιτία να γίνει η οικογένεια πάμπλουτη. Από την οικογένεια ξεχώρισε, μεταξύ άλλων, ο διάσημος πιανίστας Άθως Βασιλάκης που έκανε διεθνή λαμπρή καριέρα (πληροφορίες για το αρχοντικό αντλήθηκαν από το βιβλίο Κερκυραϊκές Αρχοντικές Αγροικίες Δήμου Παρελείων του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμούτσου).   

Το αρχοντικό Βασιλάκη.


   Στο χωριό υπάρχουν πολλές παμπάλαιες εκκλησίες. Ξεχωρίζει ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου και Αγίου Σπυρίδωνος, τρίκλητη βασιλική με πανύψηλο πυργωτό καμπαναριό και μπλε ρολόι (ανεγέρθηκε το 1953). Στο ναό υπάρχουν επίσης λείψανα του Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. Ο ναός του Αγίου Νικολάου και Αγίου Σπυρίδωνος, μαζί με τους ναούς της Υ.Θ. Παναγίας Παντάνασσας (δικλήσι και προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου) και του Εσταυρωμένου Χριστού (δικλήσι και προς τιμήν του Αγίου Στεφάνου) κατά τον πόλεμο 1940-41 είχαν μετατραπεί σε νοσοκομειακές μονάδες (θεραπευτήρια) για τους τραυματίες του αλβανικού μετώπου (στο αρχοντικό Βασιλάκη λειτουργούσε το χειρουργείο). Άλλοι ναοί είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, στην ομώνυμη παραδοσιακή γειτονιά, της Υπεραγίας Θεοτόκου (ή Κασσωπίτρας) και Αϊ Λιά εις την παραλιακή περιοχή Δεχουμένες, ο ναός του Αγίου Θεόκτιστου & Κοίμησεως της Θεοτόκου στο λόφο του Αερόστατου, ο νεκροταφιακός ναός της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας και των Αγίων Πάντων στα βορειοανατολικά του χωριού, ο ναός του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Μαρίνας στο Κατωχώρι, ο ναός της Υ.Θ. Φανερωμένης στην παραλία Άγιος Γόρδιος, η Υ.Θ. Ευαγγελίστρια που βρίσκεται στο λόφο του Ταξιάρχη και παραδίπλα ο Ταξιάρχης Μιχαήλ σε υψόμετρο 236 με ωραία θέα.  Τέλος η Υ.Θ. Κυρία Δικαία και Αποστόλων Πέτρου & Παύλου (Κυρά Δικιά) στο ομώνυμο νησάκι, σε απόσταση 150 μέτρων από την ακτή. Για να ανέβεις πρέπει να διαβείς 137 σκαλοπάτια. Το νησάκι έχει μήκος γύρω στα 100 μέτρα και πλάτος περίπου 30 μ και υψόμετρο 20. Παλαιότερα λέγεται πως υπήρχε σκοινί από το νησάκι, που έφτανε στην απέναντι στεριά στη θέση Σημαντήρι. Αυτό το σήμαντρο χτυπούσαν παλιά οι καλόγεροι, σε περίπτωση ανάγκης ή εμφάνισης πειρατικού καραβιού στο πέλαγος. Ανοιχτά της Κυράς Δικαίας, στα βορειοδυτικά, βρίσκονται δύο βράχοι, ανάμεσα στους οποίους, ψαράδες είχαν βρει το πτώμα της νύφης, που πειρατές είχαν απαγάγει την ημέρα του γάμου της από τους Σιναράδες (άλλοι υποστηρίζουν από τον Πέλεκα). Από τότε, αυτοί οι βράχοι ονομάστηκαν «Της νύφης τα λιθάρια».

Το καμπαναριό του ναού του Άι Νικόλα και Άι Σπυρίδωνα.
Το νησάκι της Κυραδικιάς.






   Την περιοχή ομορφαίνει ένα μαγευτικό πευκοδάσος ανάσα δροσιάς και οξυγόνου, κυρίως τους πολύ καυτούς μήνες του έτους, που φτάνει σχεδόν μέχρι τα κύματα. Υπάρχει όμως και η τοποθεσία Αερόστατο με εντυπωσιακή θέα προς Άγιο  Γόρδη, Δεχουμένες, Πεντάτι κλπ. Εδώ, ο επισκέπτης πράγματι έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται σε αερόστατο και χαζεύει τα θεσπέσια δημιουργήματα της μητέρας φύσης. Η ευρύτερη περιοχή παλαιά ήταν βίγλα και λεγόταν «Βάρδια». Κοντά στις Δεχουμένες, λίγο βορειότερα,  υπάρχει ένας μεγάλος βράχος, «Το κοντράκι του Άη Λιά». Κάποτε, όπως αναφέρει η παράδοση εδώ στεκόταν ομώνυμη εκκλησία, η οποία παρέμεινε ως τοπωνύμιο. Άλλοι αποδίδουν την ονομασία, σε σκαλιστή εικόνα του Άη Λιά που φαίνεται, όπως υποστηρίζουν, από τη μεριά της θάλασσας.
Υ.Θ. Δεχούμενη.
    Μερικά από τα γνωστά επώνυμα του χωριού, τον 15ο και 16ο αιώνα είναι τα, Γραμμένος, Σαμοΐλης (απαντά ως Σαμόλης από το 1479), Πιθαμίτζης, Μαυρόπουλος, Βασιλάκης, Φράγγος, Τζακανέλης, Σγούρος, Αντιχωριάτης, Πηγής, Μολόχης, Σπαταλάς, Μανασής, Έπαρχος, Θεόδουλος, Λέισος, Ληντοβόης, Σαγιάς, Πακτίτης, Ασπιώτης, Μουζάκης και Ποταμίτης. Επίσης, ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τεκμήριο του 1521, κάποιοι κάτοικοι του χωριού με επώνυμα όπως Βασιλάκης, Γραμμένος, Σαμοΐλης, Μαυρόπουλος, Πηγής και άλλα, ανήκαν στους προνομιούχους Εξωκαστρηνούς. Επρόκειτο για μια κοινωνική ομάδα που απολάμβανε κάποιες απαλλαγές από φόρους και αγγαρείες και υποστηρίζεται πως σε παλαιότερες εποχές είχε και κάποιο αμυντικό ρόλο (Σ.Ν. Ασωνίτης - Οι Εξωκαστρηνοί της Κέρκυρας). Τα επώνυμα Βασιλάκης, Γραμμένος και Πηγής επιβιώνουν ως τις μέρες μας αποδεικνύοντας την συνεχή παρουσία τους στο χωριό από τα τέλη του 15ου αιώνα τουλάχιστον. 
    Στις 16-10-1940 η ονομασία του οικισμού «Συναράδες» διορθώθηκε σε Σιναράδες.  Το 1766 το χωριό είχε 686 κατοίκους, το 1803 είχε 1.124, το 1864 είχε 1.340 και το 2001 είχε 1.124 κατοίκους. Το 1866 οι Σιναράδες απετέλεσαν την έδρα του Δήμου Μεσοχωριτών,

Άποψη Άι Γόρδη από Δεχουμένες.

    Για τους φίλους της φύσης και του περιπάτου, τα πολλά μονοπάτια, που διακλαδίζονται προς το λόφο του Ταξιάρχη, τις Δεχουμένες και το λόφο του Άη Θόκτιστου, σίγουρα θα είναι μια διαφορετική απόλαυση και εμπειρία. Οι  διαδρομές ποικίλες, μπορεί κάποιος να επιλέξει να περπατήσει ανάμεσα από αιωνόβιους ελαιώνες, αμπέλια, πευκοδάσος, παρθένα φύση που καταλήγει σε άγρια αλλά πεντακάθαρη θάλασσα (αγριοπέλαγος για τους παλαιότερους), είτε στην κορυφογραμμή των λόφων. Το πολύχρωμο τοπίο, οι δαντελωτές ακτές, σμιλεμένες  θαρρείς από έμπειρους καλαφάτες, το απέραντο γαλάζιο του ουρανού που ενώνεται στο βάθος του ορίζοντα με το γαλαζοπράσινο της θάλασσας, συνθέτουν τέλεια οπτική απόλαυση που αξίζει κάποιος να τη χαρεί.

Γεράσιμος Δημουλάς





Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Από τον Κομπίτζη στο Κομπίτσι



            Σαν βγεις από την χώρα, με πορεία προς την δύση, αφήνοντας πίσω τα μπόργκα τσ’ Αλεπούς και του Τρίκλινου, τα σπίτια αρχινάνε να αραιώνουν και στο πλάι σου κυλά στα κρυφά το ποτάμι του Ποταμού. Στα ζερβά σου, πάνω σε έναν καταπράσινο λόφο, σημαδεμένο από ένα ασφυκτικό συνονθύλευμα οικοδομημάτων, είναι απλωμένος ένας οικισμός που διαθέτει κάποια γνωρίσματα άξια προσοχής. Το Κομπίτσι.

Καλωσήρθατε... ο σιορ Κομπίτζης σας περιμένει....
Το ιδιαίτερο όνομά του το οφείλει στην ομώνυμη αρχοντική φαμέλια που είχε σ’ αυτά τα μέρη, ήδη από το 18ο αιώνα, το αρχοντικό και τα χτήματα της. Παλαιότερα η τοποθεσία ήταν γνωστή ως Λιχαϊδούρα αλλά ο ισχυρός δεσμός των Κομπίτζηδων με το χώρο οδήγησε στην επικράτηση του επώνυμού τους ως τοπωνυμίου. Όμως αν ήταν οι Κομπίτζηδες οι πρώτοι κάτοικοι της περιοχής ή αν προϋπήρχε μόνιμη ανθρώπινη εγκατάσταση, δεν είναι ξεκάθαρο. Εν πάσει περίπτωση, ο 19ος αιώνας, σύμφωνα με τον αείμνηστο Κ. Καραμούτσο, έφερε εκεί ξεριζωμένους Σουλιώτες που σχημάτισαν τον οικιστικό πυρήνα του σημερινού χωριού.
Άποψη τ' αρχοντικού και τση κούρτης του (φωτό Γ. Δημουλά).





            Ορόσημο του Κομπιτσίου είναι βεβαίως το ομώνυμο απαλάτι που συντροφεύεται από το ναό των Αγίων Αποστόλων, τη φημισμένη βενετσιάνικη κρήνη, καθώς και βοηθητικά χτίσματα. Το χτίσμα τ’ αρχοντικού, κάτοψης σχήματος Π, ορθώνεται λιτό αλλά κομψό και παραπέμπει σε αναγεννησιακό μοναστήρι με τα βόλτα του. Χρονολογία ανέγερσης μάλλον θα βάζαμε τα μέσα του 18ου αιώνα, αν και κάποιες υποθέσεις μιλούν για προΰπαρξη καθολικού μοναστηριού σ’ αυτή τη θέση.
Ο ναός των Αγίων Αποστόλων και το καμπαναριό - θρυλούμενο έργο της υπεροψίας των Κομπίτζηδων (φωτό Γ. Δημουλά).
Στη βορινή του πλευρά στέκεται, με το ψηλό του καμπαναριό που θυμίζει αυτό του Άι Σπυριδώνου, αγέρωχος ο ναός των Αγίων Αποστόλων. Η ύπαρξη του ανέγεται στα μέσα του 18ου αιώνα τουλάχιστον, αφού τον συναντάμε στον εκκλησιαστικό κατάλογο του 1754 ως ναό Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Πάυλου εις τόπον λεγόμενον Λιχαϊδούρα, γιους (jus patronatus = πατρογονικώ δικαιώματι) μισέρ Κομπίτζι.

Η φημισμένη βενετσιάνικη κρήνη.



Αλλά το στολίδι της τοποθεσίας βρίσκεται νοτίως του αρχοντικού. Αναφερόμαστε στη βενετσιάνικη κρήνη στην οποία μας οδηγεί μια παλιά κατηφορική κοβολάδα. Πρόκειται για μια περίτεχνη κατασκευή μνημειακού χαρακτήρα, διακοσμημένη με αρχιτεκτονικά στοιχεία. Όμοια της δεν θα βρείτε στην Κέρκυρα. Ποτίζει εδώ και αρκετούς αιώνες χώματα και στόματα, όπως μας επιβεβαιώνουν τα πανύψηλα δέντρα και η πυκνή βλάστηση που κατακλύζει το χώρο. Πριν μια δεκαετία σάπιζε αργά υπό την επήρεια της υψηλής υγρασίας που κρατά το μέρος, μα τώρα ευτυχώς έχει υποστεί ένα καλό λίφτινγκ και παρουσιάζει μια αξιοπρεπή εικόνα. Το αρχοντικό συγκρότημα επίσης περιλάμβανε λουτρουβιό στα ανατολικά και οικία για το υπηρετικό προσωπικό στα νότια. Σήμερα τα χτίσματα αυτά έχουν αναπαλαιωθεί και αποτελούν ιδιωτικές κατοικίες.

Ματιές προς Παντοκράτορα...


...Πέλεκα και το βουνό του Άι Γιώργη.




            Το Κομπίτσι όμως έχει και άλλα προνόμια. Ρεμβάζει ήσυχα σ’ ένα εκλεχτό μέρος. Στην κορυφή και στις πλαγίες ενός λόφου που προσφέρει μια πανοραμική άποψη της βόρειας ορεινής Κέρκυρας, του Πέλεκα, του βουνού του Άι Γιώργη, της λιμνοθάλασσας Χαλικιόπουλου καθώς και του βουνού των Αγίων Δέκα. Σ’ αυτό το προσόν έρχεται να προστεθεί και το φυσικό περιβάλλον με την πλούσια χλωρίδα του. Πλάι στην παντοδυναμία των λιόδεντρων ξεφυτρώνουν λίγες καστανιές, πεύκα, κυπαρίσσια και βελανιδιές, δημιουργώντας έναν ασυνήθιστο συνδυασμό βλάστησης.

Συνάθροιση πεύκων στο Κομπίτσι.


Ειδικά το πευκόδασος, αν και θανάσιμα λαβωμένο από μια σειρά πυρκαγιών, δίνει μια ιδιαίτερη πινελιά στο τοπίο και καλεί φυσιολάτρες να το εξερευνήσουν. Βεβαίως ο προικισμένος αυτός τόπος προσελκύει και λογής λογής οικοδομικές παρεμβάσεις που έχουν αλλοιώσει σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα του τοπίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το οικοδομικό συγκρότημα στην ανατολική πλαγιά που αψηφά εριστικά την πράσινη αρμονία του λόφου.
...μετά το πέρασμα της φωτιάς το καλοκαίρι του '11...



Ως ζωντανός οικισμός δεν θα μπορούσε να μην έχει και τον πολιτιστικό του σύλλογο, ο οποίος δραστηριοποιείται έντονα στα πολιτισμικά και συναφή θέματα ενώ σε μια αίθουσά του διατηρεί έκθεση μινιατούρων και φωτογραφίας. Επίσης στο χωριό βρίσκεται και η βάση της ομάδας του 12ου συστήματος Προσκόπων. Αξίζει ακόμη να τονιστεί πως κατά καιρούς διοργανώνονται πολιτισμικά δρώμενα μπροστά στην βενετσιάνικη κρήνη, ένα περιβάλλον που σίγουρα τους προσάπτει ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Η ανατολική πλευρά τ' αρχοντικού.


            Θα κλείσουμε εξιστορώντας και δυο πράματα για τους Κομπίτζηδες ή Κομπίτσηδες που τόσο σημάδεψαν το χώρο. Ο Κ. Καραμούτσος αναφέρει πως επρόκειτο για Κερκυραϊκή οικογένεια που κατά πάσα πιθανότητα το επώνυμό της προήλθε από παρατσούκλι, αφού σε νοταριακή πράξη του 1547 μνημονεύεται «ο Καλοϊωάννης Αρλιώτης λεγόμενος Κομπίτζης». Κατά μια άλλη εκδοχή πάντως, η οικογένεια κρατούσε ανέκαθεν από Κρήτη. Όπως και να έχει το 17ο αιώνα ζούσαν στην Κρήτη, ασχολούνταν με το εμπόριο, ήταν πλούσιοι και ενταγμένοι στην ανώτερη κοινωνική τάξη. Προς το τέλος του ίδιου αιώνα επέστρεψαν (ή πρωτοήρθαν) στην Κέρκυρα όπου συνέχισαν τις εμπορικές τους δραστηριότητες και επέκτειναν την περιουσία τους. Δικό τους ήταν το μεγαλόπρεπο αρχοντικό Κομπίτσι επί της Νικηφόρου Θεοτόκη, δικά τους και 200 στρέμματα μαζί με τ’ αρχοντικό στην Λιχαϊδούρα. Όμως, παρόλα τα όβολα και τους τίτλους ευγενίας τους, δεν εντάχθηκαν στο Libro dOro.
Το πρώην λουτρουβιό τση Λιχαϊδούρας.... όπου εχτός από τσ' ελιές, αλέθονταν και οι ψυχές των αδικητώνε.



Παράλληλα, φαίνεται πως η ζωή όλων των κλάδων της οικογένειας ήταν βίος και πολιτεία. Τους συνοδεύει η φήμη των αδίστακτων τοκογλύφων, της διάπραξης δολοφονιών, της απόκτησης εξώγαμων με υπηρέτριες και άλλων συναφών καμωμάτων. Λέγεται μάλιστα πως ένας Κομπίτζης πάνω στην παραφροσύνη του έκαψε το αρχοντικό του στην Λιχαϊδούρα μαζί με τα βοηθητικά χτίσματα. Ο Γ. Χυτήρης στο έργο του δίνει τη θρυλούμενη αιτία του εμπρησμού, όπως μας υπέδειξε φίλτατος αναγνώστης. Συγκεκριμένα...."Ο τελευταίος των Κομπίτσηδων είχε τη δικαιολογημένη πατρική φιλοδοξία ν’ αφήσει στο μοναχογιό του μια βελτιωμένη παρουσία. Μέσα στ’ άλλα του σχέδια θέλησε να προσθέσει στην εκκλησία του και το καμπαναριό της. Μόνο που το επιθυμούσε αντάξιο της ιδέας που είχε για τη γενιά του και τον εαυτό του. Να υπερβαίνει δηλαδή σε ύψος κάθε άλλο καμπαναριό στο νησί. Όταν όμως το κτίσμα, τετράγωνος κουφωτός πύργος, έφτασε στο ύψος που υπολόγιζε να τοποθετήσει τις αψίδες για τις καμπάνες, του συνέβη το απροσδόκητο. Πέθανε ο μοναχογιός του, που θα συνέχιζε τη γενιά των Κομπίτσηδων. Η τοπική παράδοση προσθέτει πως αυτός ο θάνατος αποτελούσε την τιμωρία του υπεροπτικού πατέρα από μέρους του Αγίου Σπυρίδωνα. Τούτο, επειδή υπερήφανα τόνιζε πως το δικό του καμπαναριό θα ήταν υψηλότερο από του αγίου. (…) Ο Κομπίτσης στην απόγνωση του (κατά την παράδοση πάντα) επιχείρησε να κάψει το καμπαναριό, αιτία της ανεπανόρθωτης συμφοράς του...". Χαρισματική φαμέλια λοιπόν, δεν γινόταν να μην πρωταγωνιστήσει σε διάφορους λαϊκούς θρύλους, οι οποίοι μιλούν για τους εκμεταλλευτές Κομπίτζηδες που τιμωρούνται μετά θάνατο για τα δεινά που προκαλούσαν εν ζωή στους φτωχούς. Μάλιστα, σχετική με κάποιες ύποπτες συμπτώσεις και ατυχίες που αφορούσαν μέλη της οικογένειας με το όνομα Δανίλης (Δανιήλ), υπάρχει και μια κατάρα που λέει πως ….κανείς Δανίλης δεν θα ζει και οι ψυχές των αδικητών θ’ αλέθονται ολονυχτίς απ΄ τα βαριά λιθάρια του λουτρουβιού της Λιχαϊδούρας…..
Άλλο ένα κλασικό δείγμα του "πολιτισμικού" επιπέδου κάποιων συνανθρώπων μας. Μια πινακίδα, τοποθετημένη από την κοινότητα, που απαγορεύει τη ρίψη απορριμάτων χρησιμεύει ως στόχος για κυνηγετικά όπλα και ακριβώς δίπλα της θρονιάζεται ένας σωρός σκουπιδιών....

Ο φοίνικας αναγεννάται από τις στάχτες του μόλις δυο βδομάδες μετά την πυρκαγιά... δυστυχώς τα πεύκα, αν τα καταφέρουν, θα χρειαστούν ακόμη 20 - 30 χρόνια για να φτάσουν στις δόξες τους....


Βιβλιογραφία

  • Κερκυραϊκές Αρχοντικές Αγροικίες (πρώην) Δήμου Παρελείων – Κ. Δ. Καραμούτσος
  • Σπερατζάδα στσου Κορφούς: Άρθρο για το Κομπίτσι του Γ. Δημουλ
  • Σημειώσεις ενός Κερκυραίου - Γεράσιμος Χυτήρης, Αθήνα 2010
 

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Κορφιάτικοι Αλευρόμυλοι – μέρος γ΄



Νερόμυλος

Περιγραφή
Ο νερόμυλος του Αρμένη ή Τσέκα στους Έρμονες.





Οι κορφιάτικοι νερόμυλοι εντάσσονταν στην ευρύτερη κατηγορία του ιδιαιτέρως διαδομένου, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, ελληνικού μύλου ή μύλου με κατακόρυφο άξονα (η άλλη ήταν ο μύλος με οριζόντιο άξονα). Εξελικτικά είχαν βαλτώσει στον μεσαίωνα αφού διατήρησαν αναλλοίωτα τα βασικά τους χαρακτηριστικά από τότε. Οι λίγες αναβαθμίσεις που δέχτηκαν αφορούσαν τροποποιήσεις για καλύτερη εκμετάλλευση των υδρολογικών δυνατοτήτων της εκάστοτε περιοχής και βελτίωση του ελέγχου της λειτουργίας τους. Επίσης κατά τον 19ο αιώνα εμφανίστηκαν και νερόμυλοι με μεγαλύτερες κτιριακές εγκαταστάσεις, όπως ο νερόμυλος του Τσούκλου στη Μεσογγή, μαρτυρώντας έτσι αύξηση του κύκλου εργασιών και βελτίωση της λειτουργικότητας.

Σχηματική αναπαράσταση της τομής ενός νερόμυλου που αποκαλύπτει τα βασικά λειτουργικά του μέρη (εικόνα δανεισμένη από την ιστοσελίδα www.architecturalfiles.com).

Ενσωμάτωναν απαρχαιωμένη τεχνολογία και ήταν απλοί στην κατασκευή. Καρδιά τους ήταν η φτερωτή, μια ξύλινη κατασκευή που έμοιαζε με ρόδα κάρου αλλά αντί ακτίνες είχε πτερύγια και η οποία φώλιαζε σε χώρο κάτω από το δάπεδο του, τοποθετημένη οριζόντια. Στο κέντρο της ήταν προσαρμοσμένος κατακόρυφος σιδερένιος άξονας (εξου και μύλος με κατακόρυφο άξονα) ο οποίος, διαπερνώντας το δάπεδο και το κέντρο του κατωλιθιού που βρισκόταν τοποθετημένο σε βάση ακριβώς πάνω από την φτερωτή, στερεώνονταν στο κέντρο του πανωλιθιού. Επομένως γύριζε η φτερωτή καθώς έπεφτε πάνω της το νερό, γύριζε μαζί και το πανωλίθι. Το ταξίδι του νερού ξεκινούσε από τον μυλαύλακα, ο οποίος από ένα σημείο και έπειτα μετατρέπονταν σε ένα λίθινο τεχνητό κανάλι, το κεφαλοκάναλο, που τερμάτιζε στο πίσω μέρος του νερόμυλου. Από την άκρη του κεφαλοκάναλου, που βρισκόταν σε ύψος πάνω από την οροφή του χτίσματος, η σκυτάλη πήγαινε σε έναν σχεδόν κατακόρυφο πέτρινο σωλήνα, το κανάλι. Αυτό κατέληγε στον χώρο κάτω από το δάπεδο του νερόμυλου όπου εκτόξευε το νερό πάνω στην φτερωτή.
 
Πάνω στο κεφαλοκάναλο νερόμυλου της Κληματιάς. Η εσοχή που αχνοφαίνεται στο κέντρο ήταν η είσοδος του κατακόρυφου καναλιού που έστελνε τα νερά κάτω από τον νερόμυλο, στην φτερωτή.


Τα απομεινάρια της φτερωτής του νερόμυλου της Μάκινας στους Χωροπισκόπους.


Το χτίσμα που φιλοξενούσε τον νερόμυλο, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θύμιζε καλύβα. Ήταν μια μικρή, ευτελής, λιθόκτιστη ή ίσως ξύλινη σε παλαιότερες εποχές, κατασκευή που αποτελούνταν από ένα ή δυο δωμάτια. Ενίοτε χρησίμευε και ως οικία μυλωνά οπότε είχε ανάλογες προσθήκες. Κάποιοι νερόμυλοι του 19ο αιώνα που αποτελούνταν από μεγάλες κτιριακές εγκαταστάσεις, παρουσίαζαν αυξημένο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, σε σχέση με τα μικρότερα αδέρφια τους, ως πιο επιμελημένες κατασκευές με επιπλέον χώρους, στοές, ίσως και κάνα οικόσημo κλπ.

Πίσω απο το νερόμυλο της Κληματιάς. Η κρυμμένη απ' τα βρύα, πέτρινη κατασκευή που ορθώνεται στα αριστερά είναι το κεφαλοκάναλο του.

Ιστορική πορεία
Οι πρώτες τεκμηριωμένες αναφορές νερόμυλων ανάγονται στην Ανδηγαυική εποχή, συγκεκριμένα στο 1367 και οι οποίες πληθαίνουν στους επόμενους αιώνες. Το τέλος τους άρχισε να διαγράφεται από τα τέλη του 19ου και κατά τον 20ο αιώνα ως απόρροια των τεχνολογικών και κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων. Η οριστική παύση της λειτουργίας τους έγινε με το κλείσιμο του νερόμυλο του Σωτηριανού – Μπέλλου στις Νυμφές, το 1974.

Ο νερόμυλος του Φτύμιου στις Νυμφές (φωτό Γ. Δημουλά).

          Η ύπαιθρος φιλοξενεί ακόμη λίγους, ανενεργούς φυσικά, νερόμυλους, κυρίως σε Νυμφές και Κληματιά. Οι περισσότεροι όμως δεν προδίδουν την ταυτότητα τους αφού έχουν ερειπωθεί εντελώς ή είναι πνιγμένοι στα βάτα. Τα λειτουργικά τους μέρη έχουν χαθεί ενώ εξαιρετικά σπάνια συναντά κανείς κεφαλοκάναλο πίσω τους. Η μόνη χρήση τους είναι ως παλιοκάλυβα ή κοτέτσια. Χρονολογικά οι πιο πολλοί πρέπει να ανήκουν στον 19ο δεν αποκλείεται κάποιοι όμως να ανάγονται στον 18ο αιώνα ή και παλαιότερα.

Νερόμυλος ο Κάτω στην Χρυσίδα... ή τουλάχιστον ό,τι έμεινε απ' αυτόν.




Ο νερόμυλος της Μάκινας στους Χωροπισκόπους.





Χωροχρονική κατανομή
Καθώς το νησί δεν ήταν φτωχό σε υδάτινους πόρους και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν απλοϊκές κατασκευές, αυτοί οι μύλοι γνώρισαν εδώ ιδιαίτερη διάδοση. Ήταν δεύτεροι σε αριθμό μετά τους χερόμυλους. Η ακριβής ποσοτική εκτίμηση τους βέβαια είναι δύσκολη, διότι τα τεκμήρια δεν κάνουν πάντα διάκριση στο είδους των μύλων που αναφέρουν ή είναι ελλιπή. Σύμφωνα πάντως με την περιγραφή του Στεφάνου Μαστρακά του 1630 και τις βενετσιάνικες  απογραφές του 18ου αιώνα ο αριθμός τους πρέπει να κυμαίνονταν μεταξύ 100 και 150 σε όλο το νησί. Κατά τον 20ο αιώνα ο αριθμός τους είχε πέσει δραματικά.

Απομεινάρια νερόμυλου στην Κληματιά, διακρίνεται το κεφαλοκάναλο που ορθώνεται από πάνω του.

Τα χαλάσματα του νερόμυλου του Παϊπέτη στην Χρυσίδα.

Οι νερόμυλοι είχαν γεωγραφικούς περιορισμούς και όπως είναι λογικό συγκεντρώθηκαν στις υδάτινες αρτηρίες του νησιού. Για το ποτάμι της Λευκίμμης οι πληροφορίες είναι ελλιπείς. Στο ποτάμι του Έγριπου, Πετριτή σήμερα, ήδη από τον 16ο αιώνα καταγράφονται μύλοι εκεί και το 1630 έφταναν τους 3 σε αριθμό. Στο ποτάμι της Μεσογγής υπήρχε νερόμυλος τουλάχιστον από το 1367 και ο Σ. Μαστρακάς το 1630 κάνει λόγο για 10 μύλους οι οποίοι μάλιστα, μαζί μ’ αυτούς του Έγριπου, εξυπηρετούσαν και τους κάτοικους των Παξών. Ο αξιόλογος νερόμυλος του Τσούκλου που βρισκόταν εκεί, κινούταν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Στο ποτάμι των Μπενιτσών, λειτουργούσε μύλος σίγουρα το 1469. Τον 16ο αιώνα μαρτυρούνται αρκετοί εκεί, τον 18ο αιώνα ήταν 18-20 και τον 19ο αιώνα ήταν 22. Στο ποτάμι του Ποταμού μνημονεύονται λίγοι, πιθανόν λόγω μη ευνοϊκής διαμόρφωσης του, πάντως υπήρχε ένας στο Τρίκλινο το 1547. Στο ποτάμι των Ερμόνων είχαν παρουσία τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα ενώ τον 18ο αιώνα λειτουργούσαν 8 μύλοι εκεί. Κάποιοι θα παραμείνουν ενεργοί και τον Β΄ΠΠ. Στην Χρυσίδα και στην θέση Πεζαμύλοι αναφέρονται νερόμυλοι ήδη από τον 16ου αιώνα. Το 1630 καταγράφονται 4 και τον 19ο αιώνα 3. Ένας από αυτούς, ο νερόμυλος του Παϊπέτη που άλεθε μέχρι την δεκαετία του 1950, αποθανατίστηκε στην ελληνική ταινία του 1957 «Ο Πειρασμός» που ήταν βασισμένη στο έργο του Ντίνου Θεοτόκη «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα». Υπήρχαν και λίγοι διάσπαρτοι σε άλλες περιοχές της Μέσης ή Λευκίμμης. Στ’ Αγείρου και στου Όρους οι πολυάριθμες ρεματιές προσελκύουν τους περισσότερους μύλους απ’ όλο το νησί. Μεγάλη συγκέντρωση παρουσιάζεται στην περιοχή των Νυμφών όπου ο αριθμός τους έφτανε τους 20-22 όπως μαρτυρούν οι απογραφές του 18ου αιώνα. Παλαιότερη αναφορά το 1371, ένας νερόμυλος της λατινικής αρχιεπισκοπής ενώ το 1527 μνημονεύεται μύλος και στον Πλάτωνα. Ο τελευταίος μύλος των Νυμφών θα κρατήσει μέχρι το 1974. Το Μελισσούδι και τα γειτονικά σ’ αυτό ρέματα εξυπηρετούσαν τους Χωροεπισκόπους, όπου ο νερόμυλος της Μάκινας έκλεισε το 1950, Βαλανειό, Ρικίνι, Κυπριανάδες, Κληματιά, στην περιοχή των οποίων κινούνταν νερόμυλοι τουλάχιστον από τις αρχές του 16ου αιώνα, όπως και στην περιοχή Αγίων Δούλων - Ξανθάτων όπου το 1503 υπήρχε μύλος στην Καμαρέλλα. Επίσης καταγράφεται το 1374 παρουσία νερόμυλου «εις την ποταμιάν του Σιδαρίου» καθώς και η πρόθεση να κατασκευαστεί ένας καινούργιος από τον ευγενή Καβάσιλα. Οι απογραφές του 18ου αιώνα αναφέρουν νερόμυλους και στις περιοχές των Αγραφών, Καρουσάδων, Περουλάδων, Μαγουλάδων, Πάγων και τριγύρω.





Βιβλιογραφία
  • Παραδοσιακοί Αλευρόμυλοι της Κέρκυρας, Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 25 – Α. Σορδίνας
  • Η νήσος των Κορυφών τον 16ο αιώνα – Χ. Κόλλας
  • Το βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο. Ιστορία, ενθυμήματα - Μ. Πανδής
  • Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος Ζ΄, έργα Ιωάννη Ρωμανού
  • Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος -14ος αι.) - Σ. Ασωνίτης
  • http://koinonkynopiaston.blogspot.gr/ & κ. Σ. Πουλημένος, τον οποίο ευχαριστώ θερμά για την υπόδειξη των μύλων της Χρυσίδας και την ξενάγηση στην περιοχή.
  • http://www.architecturalfiles.com/