Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Κορφιάτικοι Θρύλοι – μέρος δ΄


Γελά δ’ ο Μώρος καν τι μη γελοίον εί
Οι Μώροι (ή Μόροι) είναι οι πιο φημισμένοι εκπρόσωποι των στοιχειών τση κορφιάτικης φολκλορικής παράδοσης. Που και πότε ακριβώς γεννήθηκαν δεν είναι γνωστό το σίγουρο όμως είναι ότι προσαρμόστηκαν στα δεδομένα της κορφιάτικης κοινωνίας και την συνόδεψαν μέσα από θρύλους ως τις μέρες μας. Μια άποψη πάντως θέλει τη λέξη να προέρχεται από το ιταλιάνικο moro, δηλαδή μελαψός.

Πρόκειται για φαντάσματα που έχουν τη μορφή μαυροφορεμένου μεγαλόσωμου άνδρα. Λέγεται ότι είναι ψυχές ανθρώπων που οι αρχόντοι τους σκότωσαν στα θεμέλια ή στο σαγράδο τ’ αρχοντικού τους για να τσου φυλάνε τον θησαυρό. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη του σιναφιού τους είναι νυχτόβια πνεύματα και συχνάζουν στα ερείπια αρχοντικών και λουτρουβιών της υπαίθρου. Εκεί εκτίουν την ποινή της αιώνιας καταδίκης του προστατεύοντας το χτίσμα ή φυλώντας τον θησαυρό. Πράγμα το οποίο βρίσκουν απίστευτα βαρετό να γίνεται στον αιώνα τον άπαντα. Γι’ αυτό έχουν ως χόμπυ το κύλισμα των λιθαριών των ερειπωμένων λουτρουβιών. Αρέσκονται να τα κυλούν τις νύχτες, ανάμεσα από τσ’ αιωνόβιες εγιές για να κρατούν τον ρυθμό στις σπαραχτικές κραυγές των περιπλανώμενων ψυχών των αδικοχαμένων. Τα σκορπούν από εδώ και από εκεί γι’ αυτό μην αναρωτιέστε αν πετύχετε κάνα λιθάρι στην μέση του πουθενά μακριά από λουτρουβιά. 
Κάποιο από τα λιθάρια 
με τα οποία παίζουν οι Μώροι
Το πνεύμα αυτό όχι μόνο άκακο είναι αλλά και ωφέλιμο. Δεν λέει όχι στην συντροφιά ανθρώπων γιατί έτσι του δίνεται η ευκαιρία να τους δώσει ή αποκαλύψει τον θησαυρό που φυλά. Αυτό το κάνει για να απαλλαγεί από την τιμωρία του και να απελευθερωθεί από τα δεσμά που τον κρατούν στο ντουνιά. Αρκεί το τυχερό άτομο να μην παραβεί τους όρους που του θέτει προτού του αποκαλύψει τον θησαυρό. Δηλαδή να μην πει σε κανένα για το συναπάντημα του ή το θησαυρό ή να μην γυρίσει πίσω να κοιτάξει. Ειδάλλως ο θησαυρός θα χαθεί. Αν συμβεί αυτό αλίμονο στον άτυχο. Ο Μώρος γίνεται έξω φρενών και αν τον πετύχει πουθενά τον κάνει μαύρο στο ξύλο ή στη χειρότερη μπορεί να τον πνίξει κιόλας. Ακόμη και μέσα στο σπίτι του.
Ο Μώρος πρωταγωνιστεί σε διάφορα ντόπια μυθεύματα και μάλιστα στα παγιά τα χρόνια θεωρούνταν αυτός ο υπαίτιος για τον ξαφνικό και ανεξήγητο πλουτισμό κάποιου ατόμου. Ίσως γι’αυτό και να απαντούσε κάποτε ως παρατσούκλι ατόμων ή οικογενειών. Υπάρχουν επίσης μαρτυρίες παλαιοτέρων που αναφέρουν ότι αλαφροΐσκιωτοι (και αλαφρόμυαλοι) χωρικοί, σε διάφορα χωριά στη Κέρκυρας, τριγυρνούσαν τα βράδια αναζητώντας, εις μάτην βέβαια, τον Μώρο για να τους δώσει το θησαυρό του.
Τέλος μπορεί κανείς να τους γνωρίσει μέσα από σελίδες λογοτεχνικών έργων που φέρουν στοιχεία ντόπιας παράδοσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διήγημα «Τα τρία φλωριά» του Ιακώβου Πολυλά. Εκεί έχουμε την περιγραφή ενός Μώρου ο οποίος μάλιστα παίζει καίριο ρόλο στην εξέλιξη τσ’ ιστορίας. 

Το Σαγράδο
Η είσοδος του σαγράδου στ' αρχοντικό του Ριβέλλη (φωτό Γ. Δημουλάς).
Το σαγράδο ίσως αποτελεί μια από τσι πιο συναρπαστικές ιστορίες τση κορφιάτικης παράδοσης. Μια σκοτεινή ιστορία, όπου τα σύνορα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας έχουν χαθεί, αφήνοντας τις εικασίες να κινούνται ελεύθερες. Το σαγράδο λοιπόν, είναι ένας υπόγειος, στενός, στοώδης χώρος που οι αχτίδες του ήγιου δύσκολα τον γλέπουν. Είναι χτισμένος με μεγάλες πέτρες και έχει μια και μοναδική είσοδο που κάποτε κλεινόταν ερμητικά με διπλή πόρτα. Συνήθως βρίσκεται στα υπόγεια αρχοντικών ή μέσα στον κυρίως περίβολο τους ως ξεχωριστό κτίσμα, ενίοτε με μια καλοδουλεμένη αψιδωτή είσοδο. Στην τελευταία περίπτωση ανήκει το σαγράδο του αρχοντικού του Σορδίνα στο Κωθονίκι. Εχτός απ' αυτό, η ύπαρξή του έχει επιβεβαιωθεί στο αρχοντικό του Ανδρουτσέλη, του Ριβέλλη και πιθανόν κάποια άλλα. Να σημειωθεί πως, καταχρηστικά, ως σαγράδο ενίοτε καλείται και όλο το χτίσμα τ' αρχοντικού. Όσον αφορά την ετυμολογία της, η λέξη πιθανόν έχει ως ρίζα τη λατινική λέξη sacrum, τουτέστιν ιερό. 

Είσοδος του αρχοντικού του Σορδίνα στο Κωθονίκι.
Φέρει στενή σύνδεση με το θρύλο περί ενός θεσμού που λέγεται ότι τέθηκε από τσου Βενετσιάνους στα χρόνια που έκαναν κουμάντο στο νησί. Σύμφωνα με αυτόν τον υποτιθέμενο θεσμό, οι παράνομοι και φυγόδικοι, όταν τσου παίρνανε στο κυνήγι οι αρχές, είχαν το δικαίωμα να καταφύγουν στο αρχοντικό ενός κόντε και να αναζητήσουν άσυλο εκεί. Αρκούσε μόνο να αγγίξουν το μπατιτούρο (ρόπτρο) τσ’ αυλόπορτας του περιτοιχισμένου αρχοντικού και η καταδίωξη έπαυε. Βέβαια και πάλι δεν την έβγαζαν καθαρή διότι η απόδοση τση δικαιοσύνης και η τιμωρία περνούσαν πλέον στην κρίση και δικαιοδοσία του κόντε. Αυτοί που είχαν διαπράξει μικροαδικήματα συνέχιζαν την υπόλοιπη ζωή τους ως δούλοι του ενώ οι εγκληματίες κλεινόταν στο σαγράδο όπου και πέθαιναν. Έτσι καθάριζε ο τόπος από τσου κακοποιούς και οι ποπολάροι σκιαζόντουσαν και καθότανε στα αυγά τους. Φημολογείται όμως ότι κάποιοι αρχόντοι, καταχραζόμενοι αυτήν την δικαιοδοσία που είχαν, θανάτωναν και αθώους για να πραγματοποιήσουν τους ανίερους στόχους τους. Επίσης λένε ότι την άδεια παραχώρησης ασύλου οι Βενετσιάνοι την είχανε χορηγήσει επιλεχτικά σε κάποιους αρχόντους όπως ο Σορδίνας, ο Κουρκουμέλης, ο Ανδρουτσέλης και ο Ριβέλλης.
Με βάση το παραπάνω στόρυ, τα σαγράδα ήταν ουσιαστικά σκοτεινά μπουντρούμια όπου κλείνονταν εγκληματίες ή και αθώοι ανάλογα με τις περιστάσεις και τις ορέξεις των αρχόντων. Έτσι απέχτησαν μια τρομερή φήμη. Οι χωρικοί τα σκιαότανε ακόμη και ερειπωμένα αφού θεωρούσαν ότι οι ψυχές των αδικοχαμένων τριγυρνούσαν στα ερείπια των αρχοντικών και των σαγράδων. Απ’ την άλλη, μια πιο ψύχραιμη άποψη τα θέλει ανέκαθεν κάβες ωρίμανσης κρασιού ή αποθηκευτικούς χώρους. Άλλη γνώμη τα θέλει κατακόμβες - οικογενειακούς τάφους των ευγενών. Έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί και η εύρεση ανθρώπινων σκελετών μέσα σε σαγράδα, στο παρελθόν, σύμφωνα με κάποιες αναφορές που επικαλούνται αξιόπιστες πηγές. Κάποιο σχετικό περιστατικό λέγεται ότι συνέβη επί κατοχής. Οι Γερμανοί διέταξαν ένα γέρο να ανοίξει την σφραγισμένη, από χρόνια, είσοδο ενός σαγράδου μέσα στο οποίο βρέθηκαν ανθρώπινοι σκελετοί. Και πάλι βέβαια δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τα κόκκαλα να ανήκαν σε φυλακισμένους. Τελικά πολλά μπορούν να ειπωθούν για τα σαγράδα μα τίποτις δεν είναι σίγουρο, πέραν της ύπαρξης τους.


Πηγές
  • Κερκυραϊκές Αρχοντικές Αγροικίες (πρώην) Δήμου Παρελείων – Κ. Δ. Καραμούτσος
  • http://storyafterdark.wordpress.com/
  • Τα τρια φλωριά – Ιάκωβος Πολυλάς
  • Ντόπιοι 

Κορφιάτικοι Θρύλοι – μέρος γ΄

Ένας Ηπειρώτης ασκητής στις Νυμφές
            Απ’ ότι φαίνεται το ειδυλλιακό, προ αιώνων (αλλά και σήμερα ως ένα βαθμό), τοπίο των Νυμφών τση βόρειας Κέρκυρας πέρα από τσι νύμφες που σύχναζαν εκεί, προσέλκυσε και έναν Ηπειρώτη μοναχό που το επέλεξε ως τόπο ασκητισμού. Έτσι τουλάχιστον αναφέρει μια ντόπια θρησκευτική λαϊκή δοξασία.
Ο θρύλος αυτός μας γυρίζει πίσω στον χρόνο κάπου στον 5ο με 6ο αιώνα μ.Χ.. Η Κέρκυρα ανήκει στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η εικόνα του τοπίου της δεν έχει καμμία σχέση με την σημερινή. Σε εκείνα τα χρόνια, επιθυμώντας να πλησιάσει τα θεία, ήρθε ένας μοναχός από την Ήπειρο στο νησί, στην περιοχή των σημερινών Νυμφών. Μαγεμένος (δεν ξέρουμε αν έβαλε καμμιά νύμφη το χεράκι της για να γίνει αυτό) από το τοπίο αποφάσισε να εγκατασταθεί. Βολεύτηκε σε μια σπηλιά που σκάλισε σε κάτι βράχους και συνέχισε εκεί την ασκητεία του.
Μάλλον θα κυλούσε ήρεμα εκεί πάνω η ζωή του, με προσευχές, ανάμεσα στα ρυάκια και μες τα δάση (μπορεί να του κανε και καμμιά νύμφη παρέα). Αυτό όμως δεν ίσχυε για του γονείς του στην Ήπειρο. Ήταν σε αναμμένα κάρβουνα καθότι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν την επιλογή του γιόκα τους. Ανέλαβαν δράση λοιπόν και κίνησαν να τον βρουν και να τον γυρίσουν με το στανιό πίσω. Μπάρκαραν σε ένα καράβι και τράβηξαν για Κέρκυρα. Ο μοναχός όμως τσου αντιλήφθηκε και μη θέλοντας να γυρίσει πίσω έλαβε τα μέτρα του. Κατά μια εκδοχή έσκαψε τον τάφο του και ξάπλωσε μέσα κατά άλλη μπήκε σε μια σπηγιά και άρχισε να προσεύχεται. Η κατάληξη όμως είναι ίδια και στις δύο περιπτώσεις. Ένας μεγάλος βράχος, που υψώνονταν από πάνω του, έπεσε και σφράγισε τον τάφο του (ή την είσοδο της σπηγιάς στην άλλη περίπτωση) και μαζί το πεπρωμένο του, ορίζοντας έτσι την τελευταία του κατοικία.

Ασκηταριό Νυμφών: Το σημείο που λένε πως εκτυλίχθηκε το δράμα του ασκητή. Η μαρμάρινη πλάκα στα αριστερά αναφέρει το γεγονός.

Όταν έφτακαν οι γονείς του ήταν ήδη πολύ αργά. Έκαναν κάποιες απέλπιδες προσπάθειες να σπάσουν τον βράχο αλλά αυτός έβγαζε σπίθες όταν τον χτυπούσαν. Έτσι σεβόμενοι την επιθυμία του γιού τους εγκατέλειψαν την προσπάθεια να τον πάρουν. Έχτισαν το μοναστήρι και εγκαταστάθηκαν και οι ίδιοι εκεί για να μονάσουν.
Σε μια άλλη βερσιόν του θρύλου ο Ηπειρώτης ασκητής έχει παρόμοιο τέλος αλλά όχι για να μην τον γυρίσουν οι γονείς του πίσω αλλά για να μην πέσει στα χέρια πειρατών κατά την διάρκεια μιας επιδρομής εναντίον του νησιού.
Η τοποθεσία που υποτίθεται διαδραματίστηκαν τα γεγονότα είναι στο Ασκηταριό Νυμφών. Σαφείς ενδείξεις που να φανερώνουν πραγματικές πτυχές σε αυτήν την ιστορία δεν υπάρχουν. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η παρακείμενη στο Ασκηταριό μονή Παντοκράτορος, τεκμηριωμένα, λειτουργούσε ήδη πριν από το 1371 και χαρακτηρίζονταν θαυματουργή. Πάντως στην τοποθεσία υπάρχει μια μαρμάρινη πλάκα μπροστά σε ένα βράχο που μνημονεύει το γεγονός.

Αδρεφοχτόνοι
Και μιας και ανεβήκαμε μέχρι τσι Νυμφές ας πούμε και για μια άλλη ιστορία από εκεί απάνου. Σχετίζεται με την αυστηρή ηθική των παλαιότερων χρόνων και μοιάζει βγαλμένη από διήγημα του Ντίνου Θεοτόκη.
Στην ιστορία αυτή δύο αδρέφια πληροφορούνται για τον έρωτα τσ’ αδερφής και αποφασίζουν να την τιμωρήσουν. Την έπιακαν το λοιπόν και τσ’ έδεσαν τα χέρια με ένα σκοινί πάνω από το κεφάλι. Την άλλη άκρη του σκοινιού την εδέσανε στο σαμάρι του αλόγου τους. Δίχως δισταγμό χτύπησανε απότομα το ζώο το οποίο ξαφνιάστηκε και αφηνίασε. Αρχίνισε έτσι μια ξέφρενη κούρσα σέρνοντας ξοπίσω του το σώμα τσ’ άτυχης κόρης που χτυπιόνταν αναλέητα στο ανώμαλο έδαφος ενός ξερότραφου. Φυσικά ο θάνατος από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα δεν άργησε να την εύρει και έτσι μετά από λίγη ώρα το άλογο βρέθηκε να σέρνει ένα κουφάρι. Το ζώο εκάλμαρε κάποια στιγμή και σταμάτησε δίνοντας την ευκαιρία στα αδρέφια να το πιάκουν. Αυτά έλυσαν το σκοινί και ποιώντας την νήσσα διέδωσαν πως βρήκαν εκεί το πτώμα τσ’ αδερφής τους, ρίχνοντας το φταίξιμο στο άμοιρο το ζώο που αφηνίασε.
Έτσι αυτά την έβγαλαν καθαρή ενώ η κόρη τράβηξε για τα ουράνια. Όμως σε αντίθεση με άλλους μύθους αυτή δεν γύρισε πίσω να στοιχειώνει τσου ζωντανούς για τον άδικο χαμό τση. Άφηκε μόνο μια υπερφυσική σφραγίδα στον τόπο του μαρτυρίου της ώστε να μην ξεχαστεί εντελώς. Ένα διακριτικό αλλά επίμονο άρωμα λεμονανθού που θέλγει τους περαστικούς από την περιοχή του συμβάντος κατά τις μεσημεριάτικες ώρες. Παρόλο που δεν υπάρχουν λεμονόδενδρα εκεί κοντά.

Το ποταμάκι στην κοιλάδα του Ασκηταριού. Στέκι των νυμφών και ναϊάδων.
 
Πηγές
  • Η έννοια του δικαίου στις Λαϊκές δοξασίες, Γ. Χυτήρης – Κερκυραϊκά χρονικά τόμος XIX
  • Διαδίχτυο
  • Ντόπιοι