Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

Κορφιάτικοι Αλευρόμυλοι – μέρος γ΄



Νερόμυλος

Περιγραφή
Ο νερόμυλος του Αρμένη ή Τσέκα στους Έρμονες.





Οι κορφιάτικοι νερόμυλοι εντάσσονταν στην ευρύτερη κατηγορία του ιδιαιτέρως διαδομένου, ήδη από τα βυζαντινά χρόνια, ελληνικού μύλου ή μύλου με κατακόρυφο άξονα (η άλλη ήταν ο μύλος με οριζόντιο άξονα). Εξελικτικά είχαν βαλτώσει στον μεσαίωνα αφού διατήρησαν αναλλοίωτα τα βασικά τους χαρακτηριστικά από τότε. Οι λίγες αναβαθμίσεις που δέχτηκαν αφορούσαν τροποποιήσεις για καλύτερη εκμετάλλευση των υδρολογικών δυνατοτήτων της εκάστοτε περιοχής και βελτίωση του ελέγχου της λειτουργίας τους. Επίσης κατά τον 19ο αιώνα εμφανίστηκαν και νερόμυλοι με μεγαλύτερες κτιριακές εγκαταστάσεις, όπως ο νερόμυλος του Τσούκλου στη Μεσογγή, μαρτυρώντας έτσι αύξηση του κύκλου εργασιών και βελτίωση της λειτουργικότητας.

Σχηματική αναπαράσταση της τομής ενός νερόμυλου που αποκαλύπτει τα βασικά λειτουργικά του μέρη (εικόνα δανεισμένη από την ιστοσελίδα www.architecturalfiles.com).

Ενσωμάτωναν απαρχαιωμένη τεχνολογία και ήταν απλοί στην κατασκευή. Καρδιά τους ήταν η φτερωτή, μια ξύλινη κατασκευή που έμοιαζε με ρόδα κάρου αλλά αντί ακτίνες είχε πτερύγια και η οποία φώλιαζε σε χώρο κάτω από το δάπεδο του, τοποθετημένη οριζόντια. Στο κέντρο της ήταν προσαρμοσμένος κατακόρυφος σιδερένιος άξονας (εξου και μύλος με κατακόρυφο άξονα) ο οποίος, διαπερνώντας το δάπεδο και το κέντρο του κατωλιθιού που βρισκόταν τοποθετημένο σε βάση ακριβώς πάνω από την φτερωτή, στερεώνονταν στο κέντρο του πανωλιθιού. Επομένως γύριζε η φτερωτή καθώς έπεφτε πάνω της το νερό, γύριζε μαζί και το πανωλίθι. Το ταξίδι του νερού ξεκινούσε από τον μυλαύλακα, ο οποίος από ένα σημείο και έπειτα μετατρέπονταν σε ένα λίθινο τεχνητό κανάλι, το κεφαλοκάναλο, που τερμάτιζε στο πίσω μέρος του νερόμυλου. Από την άκρη του κεφαλοκάναλου, που βρισκόταν σε ύψος πάνω από την οροφή του χτίσματος, η σκυτάλη πήγαινε σε έναν σχεδόν κατακόρυφο πέτρινο σωλήνα, το κανάλι. Αυτό κατέληγε στον χώρο κάτω από το δάπεδο του νερόμυλου όπου εκτόξευε το νερό πάνω στην φτερωτή.
 
Πάνω στο κεφαλοκάναλο νερόμυλου της Κληματιάς. Η εσοχή που αχνοφαίνεται στο κέντρο ήταν η είσοδος του κατακόρυφου καναλιού που έστελνε τα νερά κάτω από τον νερόμυλο, στην φτερωτή.


Τα απομεινάρια της φτερωτής του νερόμυλου της Μάκινας στους Χωροπισκόπους.


Το χτίσμα που φιλοξενούσε τον νερόμυλο, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων θύμιζε καλύβα. Ήταν μια μικρή, ευτελής, λιθόκτιστη ή ίσως ξύλινη σε παλαιότερες εποχές, κατασκευή που αποτελούνταν από ένα ή δυο δωμάτια. Ενίοτε χρησίμευε και ως οικία μυλωνά οπότε είχε ανάλογες προσθήκες. Κάποιοι νερόμυλοι του 19ο αιώνα που αποτελούνταν από μεγάλες κτιριακές εγκαταστάσεις, παρουσίαζαν αυξημένο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, σε σχέση με τα μικρότερα αδέρφια τους, ως πιο επιμελημένες κατασκευές με επιπλέον χώρους, στοές, ίσως και κάνα οικόσημo κλπ.

Πίσω απο το νερόμυλο της Κληματιάς. Η κρυμμένη απ' τα βρύα, πέτρινη κατασκευή που ορθώνεται στα αριστερά είναι το κεφαλοκάναλο του.

Ιστορική πορεία
Οι πρώτες τεκμηριωμένες αναφορές νερόμυλων ανάγονται στην Ανδηγαυική εποχή, συγκεκριμένα στο 1367 και οι οποίες πληθαίνουν στους επόμενους αιώνες. Το τέλος τους άρχισε να διαγράφεται από τα τέλη του 19ου και κατά τον 20ο αιώνα ως απόρροια των τεχνολογικών και κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων. Η οριστική παύση της λειτουργίας τους έγινε με το κλείσιμο του νερόμυλο του Σωτηριανού – Μπέλλου στις Νυμφές, το 1974.

Ο νερόμυλος του Φτύμιου στις Νυμφές (φωτό Γ. Δημουλά).

          Η ύπαιθρος φιλοξενεί ακόμη λίγους, ανενεργούς φυσικά, νερόμυλους, κυρίως σε Νυμφές και Κληματιά. Οι περισσότεροι όμως δεν προδίδουν την ταυτότητα τους αφού έχουν ερειπωθεί εντελώς ή είναι πνιγμένοι στα βάτα. Τα λειτουργικά τους μέρη έχουν χαθεί ενώ εξαιρετικά σπάνια συναντά κανείς κεφαλοκάναλο πίσω τους. Η μόνη χρήση τους είναι ως παλιοκάλυβα ή κοτέτσια. Χρονολογικά οι πιο πολλοί πρέπει να ανήκουν στον 19ο δεν αποκλείεται κάποιοι όμως να ανάγονται στον 18ο αιώνα ή και παλαιότερα.

Νερόμυλος ο Κάτω στην Χρυσίδα... ή τουλάχιστον ό,τι έμεινε απ' αυτόν.




Ο νερόμυλος της Μάκινας στους Χωροπισκόπους.





Χωροχρονική κατανομή
Καθώς το νησί δεν ήταν φτωχό σε υδάτινους πόρους και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν απλοϊκές κατασκευές, αυτοί οι μύλοι γνώρισαν εδώ ιδιαίτερη διάδοση. Ήταν δεύτεροι σε αριθμό μετά τους χερόμυλους. Η ακριβής ποσοτική εκτίμηση τους βέβαια είναι δύσκολη, διότι τα τεκμήρια δεν κάνουν πάντα διάκριση στο είδους των μύλων που αναφέρουν ή είναι ελλιπή. Σύμφωνα πάντως με την περιγραφή του Στεφάνου Μαστρακά του 1630 και τις βενετσιάνικες  απογραφές του 18ου αιώνα ο αριθμός τους πρέπει να κυμαίνονταν μεταξύ 100 και 150 σε όλο το νησί. Κατά τον 20ο αιώνα ο αριθμός τους είχε πέσει δραματικά.

Απομεινάρια νερόμυλου στην Κληματιά, διακρίνεται το κεφαλοκάναλο που ορθώνεται από πάνω του.

Τα χαλάσματα του νερόμυλου του Παϊπέτη στην Χρυσίδα.

Οι νερόμυλοι είχαν γεωγραφικούς περιορισμούς και όπως είναι λογικό συγκεντρώθηκαν στις υδάτινες αρτηρίες του νησιού. Για το ποτάμι της Λευκίμμης οι πληροφορίες είναι ελλιπείς. Στο ποτάμι του Έγριπου, Πετριτή σήμερα, ήδη από τον 16ο αιώνα καταγράφονται μύλοι εκεί και το 1630 έφταναν τους 3 σε αριθμό. Στο ποτάμι της Μεσογγής υπήρχε νερόμυλος τουλάχιστον από το 1367 και ο Σ. Μαστρακάς το 1630 κάνει λόγο για 10 μύλους οι οποίοι μάλιστα, μαζί μ’ αυτούς του Έγριπου, εξυπηρετούσαν και τους κάτοικους των Παξών. Ο αξιόλογος νερόμυλος του Τσούκλου που βρισκόταν εκεί, κινούταν μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Στο ποτάμι των Μπενιτσών, λειτουργούσε μύλος σίγουρα το 1469. Τον 16ο αιώνα μαρτυρούνται αρκετοί εκεί, τον 18ο αιώνα ήταν 18-20 και τον 19ο αιώνα ήταν 22. Στο ποτάμι του Ποταμού μνημονεύονται λίγοι, πιθανόν λόγω μη ευνοϊκής διαμόρφωσης του, πάντως υπήρχε ένας στο Τρίκλινο το 1547. Στο ποτάμι των Ερμόνων είχαν παρουσία τουλάχιστον από τον 16ο αιώνα ενώ τον 18ο αιώνα λειτουργούσαν 8 μύλοι εκεί. Κάποιοι θα παραμείνουν ενεργοί και τον Β΄ΠΠ. Στην Χρυσίδα και στην θέση Πεζαμύλοι αναφέρονται νερόμυλοι ήδη από τον 16ου αιώνα. Το 1630 καταγράφονται 4 και τον 19ο αιώνα 3. Ένας από αυτούς, ο νερόμυλος του Παϊπέτη που άλεθε μέχρι την δεκαετία του 1950, αποθανατίστηκε στην ελληνική ταινία του 1957 «Ο Πειρασμός» που ήταν βασισμένη στο έργο του Ντίνου Θεοτόκη «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα». Υπήρχαν και λίγοι διάσπαρτοι σε άλλες περιοχές της Μέσης ή Λευκίμμης. Στ’ Αγείρου και στου Όρους οι πολυάριθμες ρεματιές προσελκύουν τους περισσότερους μύλους απ’ όλο το νησί. Μεγάλη συγκέντρωση παρουσιάζεται στην περιοχή των Νυμφών όπου ο αριθμός τους έφτανε τους 20-22 όπως μαρτυρούν οι απογραφές του 18ου αιώνα. Παλαιότερη αναφορά το 1371, ένας νερόμυλος της λατινικής αρχιεπισκοπής ενώ το 1527 μνημονεύεται μύλος και στον Πλάτωνα. Ο τελευταίος μύλος των Νυμφών θα κρατήσει μέχρι το 1974. Το Μελισσούδι και τα γειτονικά σ’ αυτό ρέματα εξυπηρετούσαν τους Χωροεπισκόπους, όπου ο νερόμυλος της Μάκινας έκλεισε το 1950, Βαλανειό, Ρικίνι, Κυπριανάδες, Κληματιά, στην περιοχή των οποίων κινούνταν νερόμυλοι τουλάχιστον από τις αρχές του 16ου αιώνα, όπως και στην περιοχή Αγίων Δούλων - Ξανθάτων όπου το 1503 υπήρχε μύλος στην Καμαρέλλα. Επίσης καταγράφεται το 1374 παρουσία νερόμυλου «εις την ποταμιάν του Σιδαρίου» καθώς και η πρόθεση να κατασκευαστεί ένας καινούργιος από τον ευγενή Καβάσιλα. Οι απογραφές του 18ου αιώνα αναφέρουν νερόμυλους και στις περιοχές των Αγραφών, Καρουσάδων, Περουλάδων, Μαγουλάδων, Πάγων και τριγύρω.





Βιβλιογραφία
  • Παραδοσιακοί Αλευρόμυλοι της Κέρκυρας, Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 25 – Α. Σορδίνας
  • Η νήσος των Κορυφών τον 16ο αιώνα – Χ. Κόλλας
  • Το βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο. Ιστορία, ενθυμήματα - Μ. Πανδής
  • Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος Ζ΄, έργα Ιωάννη Ρωμανού
  • Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος -14ος αι.) - Σ. Ασωνίτης
  • http://koinonkynopiaston.blogspot.gr/ & κ. Σ. Πουλημένος, τον οποίο ευχαριστώ θερμά για την υπόδειξη των μύλων της Χρυσίδας και την ξενάγηση στην περιοχή.
  • http://www.architecturalfiles.com/

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Κορφιάτικοι Αλευρόμυλοι – μέρος β΄



Χερόμυλος
Ο χερόμυλος ήταν η απλούστερη μορφή αλευρόμυλου και πιθανόν χρησιμοποιούνταν εδώ από αρχαιοτάτων χρόνων. Επρόκειτο για ένα εντελώς πρωτόγονο εργαλείο. Αποτελούνταν μόνο από την διάταξη πανωλίθι-κατωλίθι και κινούνταν με το χέρι. Δεν υπέστη καμία εξέλιξη ή αναβάθμιση στο νησί.
Χερόμυλος στο Λαογραφικό Μουσείο στους Σιναράδες (φωτό δανεισμένη από την ιστοσελίδα του Λαογραφικού Μουσείου).

Ήταν το πιο διαδομένο είδος και σχεδόν κάθε νοικοκυριό στα χωριά είχε από έναν, αφού συνήθως αποτελούσε μέρος της οικοσκευής. Αναφέρονται όμως και περιπτώσεις χερόμυλων που ανήκαν σε φέουδα. Παρότι πρωτόγονος λόγω της πρακτικής του ευκολίας χρησιμοποιήθηκε αρκετά στις μαύρες μέρες της Κατοχής από όσους τυχερούς διέθεταν δημητριακά προς άλεσμα. Κάποια εναπομείναντα δείγματα του υπάρχουν σε λαογραφικά μουσεία, π.χ. στους Σιναράδες, ή σε ιδιωτικές συλλογές. Ίσως και κάποια λιθάρια σκορπισμένα στην ύπαιθρο.


Ζωοκίνητος μύλος
Για τον κορφιάτικο ζωοκίνητο μύλο δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία και λίγα είναι γνωστά για την ιστορική του πορεία. Εικάζεται ότι θα έπρεπε να ήταν μια τροποποιημένη έκδοση των γνωστών και πολυπληθών ζωοκίνητων λουτρουβιών του νησιού προσαρμοσμένη στην διάταξη πανωλίθι-κατωλίθι και προφανώς τον κινούσε άλογο ή γάιδαρος. Σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη μάλλον δεν γνώρισε ιδιαίτερη διάδοση πιθανόν επειδή ήταν κάπως πολύπλοκοι στην κατασκευή και απαιτούσαν αρκετό χρήμα.
Μια από τις πρώτες μαρτυρίες για ζωοκίνητους μύλους στο νησί γίνεται σε νοταριακή πράξη του 16ου και αναφέρει αλογόμυλο το 1542. Το 1561 καταγράφεται ένας στον Ποταμό. Επίσης, η προφορική παράδοση κάνει λόγο για την ύπαρξη αλογόμυλων και στις Νυμφές κατά το μακρινό παρελθόν. Σήμερα δεν υπάρχουν γνωστά απομεινάρια τους.


Ανεμόμυλος
Περιγραφή 
Οι κορφιάτικοι ανεμόμυλοι χωρίζονταν σε δυο βασικές κατηγορίες. Στην μια ανήκαν οι περιστρεφόμενης αρματωσιάς ή ξετροχάρηδες που είχαν την δυνατότητα αλλαγής προσανατολισμού της φτερωτής τους προς την κατεύθυνση που φυσούσε ο άνεμος, για μεγιστοποίηση απόδοσης. Αυτό επιτυγχάνονταν μέσω ενός περίπλοκου μηχανισμού που επέτρεπε την περιστροφή ολόκληρης της στέγης του ανεμόμυλου μαζί με την φτερωτή προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Οι ανεμόμυλοι της άλλης κατηγορίας, αξετροχάρηδες, είχαν μικρότερο μέγεθος και η φτερωτή τους ήταν καταδικασμένη να κοιτά προς σταθερή κατεύθυνση καθότι δεν είχε δυνατότητα αλλαγής προσανατολισμού. Πέραν αυτών των διαφοροποιήσεων δεν φαίνεται να γνώρισαν κάποια άλλη ιδιαίτερη τεχνολογική εξέλιξη στο νησί.

Ο ανεμόμυλος του Ανδρουτσέλη στον Άη Γιάννη.

Εμφάνιζαν παρόμοια λειτουργικά μέρη με τους νερόμυλους  αλλά, ως τεχνολογικά ανώτεροι, ήταν πολυπλοκότεροι στην κατασκευή. Η φτερωτή, εννοείται τοποθετημένη στην εξωτερική πλευρά του μύλου, είχε δεμένα πανιά στις ακτίνες της και σαν σύνολο ονομάζονταν αρματωσιά. Στο κέντρο της ήταν προσαρμοσμένος οριζόντιος άξονας, το λεγόμενο βελόνι, ο οποίος κατέληγε στο εσωτερικό του μύλου και είχε στο άκρο του προσαρμοσμένο έναν οδοντωτό τροχό. Αυτός συμπλέκονταν με ένα είδος γραναζιού το φανάρι του οποίου ο άξονας ήταν κάθετος ως προς το έδαφος και στερεώνονταν στο πανωλίθι. Όταν λοιπόν φυσούσαν οι αέρηδες, έθεταν σε περιστροφή την φτερωτή και μέσω του προαναφερθέντος μηχανισμού η κίνηση της μεταφράζονταν σε περιστροφή λιθαριού.

Σχηματική αναπαράσταση των βασικών λειτουργικών στοιχείων ενός ανεμόμυλου (εικόνα δανεισμένη από την ιστοσελίδα www.architecturalfiles.com).

            Τα κτίρια των ανεμόμυλων είχαν πυργοειδή μορφή, εξ ου και η ονομασία μυλόπυργοι, ήταν λιθόκτιστα και ορθώνονταν συνήθως σε υψώματα. Μεταξύ τους παρουσίαζαν κάποιες διαφοροποιήσεις που σχετίζονταν με τον αριθμό των πατωμάτων και το ύψος, με το αν διέθεταν αλώνι, με την μορφολογία των υπέρθυρων και των βόλτων της εισόδου τους κλπ. Τόσο η όψη, όσο και η προσεγμένη κατασκευή τους, τα έκαναν εντυπωσιακότερα από τα συνήθως ευτελή χτίρια των νερόμυλων.  

Ο ανεμόμυλος του Κατέχη στους Οθωνούς (φωτό Γ. Δημουλά).


           
Ιστορική πορεία
Κάποιες από τις παλαιότερες μαρτυρίες ανεμόμυλων στο νησί γίνονται σε νοταριακές πράξεις των αρχών του 16ου αιώνα. Οπότε αυτοί πιθανόν εισήχθησαν στο νησί κατά τον 15ο αιώνα. Η παρακμή τους ήρθε νωρίτερα, σε σχέση με τους άλλους μύλους, αφού φαίνεται πως μετά τον 19ο αιώνα δεν υπήρχε εν λειτουργία ανεμόμυλος στην Κέρκυρα ενώ στους Οθωνούς ο τελευταίος έκλεισε το 1924.

Ανεμόμυλος στους Παξούς (φωτό Γ. Δημουλά).

Σήμερα, πλην αυτού που έχει ανακατασκευαστεί στον Ανεμόμυλο, σώζονται μόνο κάποια ερείπια τους, χωρίς εξοπλισμό εννοείται, σε διάφορα σημεία της Κερκυραϊκής υπαίθρου, που χρονολογικά ανάγονται μάλλον στον 19ο αιώνα. Στους Παξούς υπάρχουν ακόμη αρκετοί όρθιοι μυλόπυργοι και ένας, ο ανεμόμυλος του Λεσιανίτη, έχει αναπαλαιωθεί. Το ίδιο έχει συμβεί και με τον ανεμόμυλο της Ερείκουσας. Απομεινάρια δυο μύλων υπάρχουν και στους Οθωνούς.

Ο ανεμόμυλος του Σερεμέτη στους Βαρυπατάδες.















Χωροχρονική κατανομή
Αριθμητικά έμειναν για πάντα στην σκιά των νερόμυλων, ίσως επειδή οι ανεμόμυλοι ήταν πιο ζόρικοι στην κατασκευή και οι ντόπιοι προτιμούσαν να βασίζονται στην κινητήρια δύναμη του άφθονου νερού. Περισσότερο ευδοκίμησαν στα Διαπόντια και στους Παξούς όπου οι ασθενείς υδάτινοι πόροι δεν επέτρεπαν, πλην λίγων εξαιρέσεων, την λειτουργία νερόμυλων. Η ποσοτικοποίηση τους μάλλον είναι αδύνατη διότι οι πληροφορίες είναι λίγες και σκόρπιες σε αρχειακά έγγραφα ή σε απομεινάρια. Μια πρόχειρη εκτίμηση θέτει τον αριθμό τους μεταξύ 10 και 20 το μέγιστο και μάλιστα σε πιο πρόσφατες ιστορικές περιόδους. Στους Παξούς λέγεται πως λειτουργούσαν 22 ανεμόμυλοι ενώ στα Διαπόντια δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τους 4-5.

Ο ανεμόμυλος της πάνω πλατείας σε χάρτη του 17ου αιώνα.


            Οι ανεμόμυλοι δεν είχαν κάποιον ιδιαίτερο γεωγραφικό περιορισμό και μπορούσαν να ξεφυτρώσουν παντού. Επίσης η παρουσία τους σε κάποια περιοχή δεν σήμαινε απαραίτητα ότι δεν υπήρχε νερό για να κινήσει μύλους αφού εμφανιζόντουσαν και σε περιοχές όπου λειτουργούσαν νερόμυλοι, πχ. Σιδάρι. Έδειχναν μια προτίμηση σε ευάερα μέρη, όπως κορυφές λόφων αλλά αυτό δεν ήταν κανόνας. Ξεκινώντας από την περιοχή της πόλης των Κορφών, το 1503 αναφέρεται ανεμόμυλος στο Κεφαληνοχώρι, που κατά μια υπόθεση ήταν περιοχή της Γαρίτσας, Καστράδες τότε. Πιθανόν μπορεί να ταυτιστεί με τον ανεμόμυλο που σημειώνεται σε ένα χάρτη του 17ο αιώνα και ο οποίος είναι ο γνωστός ανεμόμυλος της Γαρίτσας. Στον ίδιο χάρτη σημειώνεται και λίγο βορειότερα, στην άνω πλατεία, ένας ανεμόμυλος. Ακόμη βορειότερα, στην περιοχή της Σπηλιάς, μαρτυρείται η ύπαρξη ανεμόμυλου το 1512. Ανεμόμυλο είχε και η λιμνοθάλασσα Χαλικιόπουλου όπως απεικονίζει μια γκραβούρα του 19ου αιώνα. Στην ύπαιθρο λειτουργούσαν δύο ανεμόμυλοι στους Βαρυπατάδες, Σερεμέτη και Σκιαδόπουλου, ο ανεμόμυλος του Ανδρουτσέλη στον Άη Γιάννη, ένας στην Κασσιώπη, ένας στον Άγιο Στέφανο Σινιών, ένας στο Τριτσί, ένας στην Ρόδα ενώ αναφέρεται και η ύπαρξη ενός στην Λευκίμμη, στην περιοχή Μελίκια - Κάβου.
Καλωσήρθατε, κοπιάστε, κοπιάστε......

Βιβλιογραφία
  • Παραδοσιακοί Αλευρόμυλοι της Κέρκυρας, Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 25 – Α. Σορδίνας
  • Η νήσος των Κορυφών τον 16ο αιώνα – Χ. Κόλλας
  • Το βαϊλάτο του Αλεύχιμου και το Πεντάχωρο. Ιστορία, ενθυμήματα - Μ. Πανδής
  • http://www.architecturalfiles.com/
  • http://cmm.corfuculture.gr/default.asp

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Κορφιάτικοι Αλευρόμυλοι – μέρος α΄



Έχει περάσει σχεδόν μισός αιώνας από τότε που τα λιθάρια σώπασαν και οι τελευταίοι παραδοσιακοί κορφιάτικοι αλευρόμυλοι έπαψαν να αλέθουν τον καρπό τση μάνας γης. Η ορμητική ροή της εξέλιξης και του εκσυγχρονισμού κατέστρεψε τις φτερωτές τους και τους προσπέρασε βεβιασμένα αναγκάζοντας τους μυλωνάδες να τους εγκαταλείψουν. Τόσο ορμητική που ακόμη και από την συλλογική μνήμη κοντεύουν να σβήσουν.
Ωστόσο, τα θλιβερά απομεινάρια τους στοιχειώνουν ακόμη την κορφιάτικη εξοχή ψιθυρίζοντας ξεχασμένες ιστορίες. Μιλούν για τις δόξες του παρελθόντος, τότε που οι αλευρόμυλοι ήταν ζωτικό κομμάτι του αγροτικού βίου, όπως μαρτυρούν διηγήσεις και τεκμήρια, σε ένα ταξίδι που ξεκίνησε στα χρόνια του μεσαίωνα και διήρκησε αρκετούς αιώνες. Ακροατήριο όμως δεν έχουν αφού, ως παρωχημένα μέσα παραγωγής, είναι καταδικασμένοι στην απαξίωση και την περιφρόνηση. Ένας από τους λίγους που αφουγκράστηκαν τις ιστορίες τους είναι ο φημισμένος καθηγητής Αύγουστος Σορδίνας. Στην επιστημονική του μελέτη διέσωσε σημαντικά στοιχεία για τους κορφιάτικους αλευρόμυλους και αποκάλυψε την αξία τους, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη αναστήλωσης κάποιων από αυτούς.
Είναι σαφές λοιπόν, ότι η αναπαλαίωση και ανάδειξη κάποιων κορφιάτικων αλευρόμυλων θα ήταν απαραίτητη για την συμπλήρωση άλλου ενός, ξεχασμένου, κομματιού στο παζλ της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου και την αποκατάσταση της φήμης τους. Ακατόρθωτο δεν είναι. Άλλωστε ο Ανεμόμυλος ξαναπόχτησε τον ανεμόμυλο του, αλλά μάλλον οι Δον Κιχώτες συνεχίζουν να τους βλέπουν ως επικίνδυνους γίγαντες…..
Οι Καστράδες με το molino (μύλο) τους σε χάρτη του 17ου αιώνα... ο γνωστός Ανεμόμυλος της Γαρίτσας.






Είδη και βασικά χαρακτηριστικά

Ο παραδοσιακός αλευρόμυλος είχε τέσσερις βασικούς εκπροσώπους. Τον χερόμυλο, τον ζωοκίνητο μύλο, τον νερόμυλο και τον ανεμόμυλο. Φυσικά ο παλαιότερος από αυτούς είναι ο πρωτόγονος χερόμυλος. Ο νερόμυλος και ο ανεμόμυλος, αν και αρχαίες εφευρέσεις δεν γνώρισαν ιδιαίτερη εξάπλωση μέχρι τα χρόνια του μεσαίωνα. Ειδικά ο ανεμόμυλος διαδόθηκε στον μεσογειακό χώρο μετά τις σταυροφορίες και σε εποχή που ήδη είχε εδραιωθεί η χρήση του νερόμυλου. Οι Κερκυραίοι μυλωνάδες είχαν την τύχη να υπηρετήσουν και στα τέσσερα αυτά είδη.
Ανακύκλωση στις παλιές εποχές: ένα παλιό λιθάρι μύλου που χρησιμοποιήθηκε ως οικοδομικό υλικό στον νερόμυλο του Αρμένη.

Κύριο χαρακτηριστικό και των τεσσάρων, ήταν η διάταξη πανωλίθι-κατωλίθι. Δηλαδή δυο, ίδιου μεγέθους, μυλόπετρες (λιθάρια) ξαπλωμένες οριζόντια η μία πάνω στην άλλη με κοινό, κάθετο ως προς το έδαφος, άξονα που περνούσε από τα κέντρα τους. Το πανωλίθι είχε την δυνατότητα περιστροφής γύρω από το κέντρο του, πάνω στο ακίνητο κατωλίθι. Μ’ αυτή την κίνηση επιτυγχάνονταν το άλεσμα των δημητριακών που βρίσκονταν ανάμεσα από τα δύο λιθάρια και έτσι γεννιόταν το αλεύρι.
Οι ανεμόμυλοι και οι νερόμυλοι είχαν ένα επιπλέον βασικό λειτουργικό στοιχείο, την φτερωτή, μια επίπεδη ακτινωτή κατασκευή με πτερύγια. Σκοπός της ήταν να κλέβει ενέργεια, μέσω των πτερυγίων της, από το ρευστό μέσο και να την προσφέρει στον άξονα του πανωλιθιού ώστε αυτό να τίθεται σε κίνηση. Στους άλλους δύο φυσικά η φτερωτή ήταν περιττή διότι την απαραίτητη ενέργεια στο πανωλίθι την πρόσφεραν άνθρωποι ή ζώα
Ο αναπαλαιωμένος ανεμόμυλος της Ερείκουσας. Εκθέτει συλλογή λαογραφικών αντικειμένων (φωτό Γ. Δημουλά).


Γενική επισκόπηση
Παρότι τα λουτρουβιά είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στις ντόπιες αγροτικές παραγωγικές διαδικασίες, όπως επέβαλλε ο κύριος όγκος της αγροτικής οικονομικής δραστηριότητας του νησιού, εντούτοις ένα ικανό μερίδιο σ’ αυτές είχαν και οι αλευρόμυλοι. Ήταν άκρως απαραίτητοι για την κάλυψη των αναγκών σε αλεύρι, βασικότατου αγαθού και ταυτόχρονα αποτελούσαν πηγή εισοδήματος. Έτσι γνώρισαν σημαντική εξάπλωση στο νησί από άκρη σε άκρη, κυρίως οι χερόμυλοι και οι νερόμυλοι. Αποτέλεσμα ήταν να καταστούν ένα δραστήριο κομμάτι του αγροτικού και όχι μόνο, βίου των ντόπιων, είτε δούλευαν σ’ αυτούς ως μυλωνάδες, είτε πήγαιναν σ’ αυτούς για να αλέσουν τα σιτηρά τους, είτε τους έφτιαχναν, είτε απλά τους κατείχαν. Σ’ αυτό συμφωνούν πλείστα τεκμήρια τα οποία όμως απαιτούν εκτενέστερη μελέτη για την αποτίμηση της ποσοτικής απόδοσης των μύλων και τον σχηματισμό μιας πληρέστερης εικόνας της δραστηριότητας τους. Επίσης, τόσο ο ρόλος τους όσο και η μορφή τους, τους επέτρεψαν να πάρουν μια θέση στην γενικότερη πολιτισμική εικόνα του τόπου. Συνδέθηκαν με παραδόσεις και δοξασίες. Αποτελούσαν μια ένδειξη χρήσης, έστω και πρωτόγονης, τεχνολογίας. Κάποια χτίσματα τους ενσωμάτωναν ενδιαφέροντα αρχιτεκτονικά στοιχεία. Τέλος, θρονιασμένοι σε λόφους ή μαζεμένοι σε ρεματιές, έγιναν χαρακτηριστικά γνωρίσματα του χώρου και σταθερά σημεία αναφοράς ενώ χάρισαν και το όνομα τους σε διάφορες τοποθεσίες.
Ανεμόμυλος του Σερεμέτη, Βαρυπατάδες.


Οι ιδιοκτήτες των αλευρόμυλων, κατά την Ενετοκρατία και Αγγλοκρατία, προέρχονταν από διάφορες κοινωνικές ομάδες. Μπορεί να ήταν μέλη των λαϊκών στρωμάτων ή η εκκλησία. Όμως, ως γνωστόν, η κατοχή των μέσων παραγωγής ήταν ζήτημα κυρίως των ανώτερων κοινωνικών τάξεων. Συνεπώς το ντόπιο αρχοντολόι είχε αρκετούς αλευρόμυλους υπό την ιδιοκτησία του, όπως μαρτυρούν απογραφές και τοπογραφικά φεουδαλικών αγαθών. Ταυτοχρόνως, καθότι διέθετε και τα απαραίτητα κεφάλαια, μπορούσε εύκολα να προχωρήσει στην κατασκευή νέων, συντελώντας έτσι και στην εξάπλωση τους.
Απομεινάρια νερόμυλου του Αρμένη ή Τσέκα, Έρμονες.


            Η ιστορία τους στο νησί ξεκινάει φυσικά με τον πρωτόγονο χερόμυλο σε κάποια απροσδιόριστη εποχή στο παρελθόν και ήταν υπόθεση οικιακής οικονομίας. Με το πέρας των αιώνων όμως η αγροτική καλλιέργεια θα εντατικοποιηθεί, οι ανάγκες θα αυξηθούν και ο μεσαίωνας θα εισάγει νέα είδη μύλων στο νησί, παιδιά της προόδου της τεχνολογίας. Οι Κορφιάτες θα δαμάσουν πρώτα το νερό για την κίνηση των μύλων τους, πιθανότατα στα βυζαντινά χρόνια ή λίγο μετά. Ο ανεμόμυλος θα μπει αργότερα στο παιχνίδι, μάλλον τον 15ο αιώνα. Κάπου εκεί θα εμφανιστεί και ο ζωοκίνητος μύλος. Σιγά σιγά θα εδραιωθούν ως ένα μέσο παραγωγής που έχει λάβει την θέση του στην αγροτική οικονομία του νησιού.
Νερόμυλος ο Πατινός, Νυμφές (φωτό Γ. Δημουλά).


Ραγδαία αλλαγή θα επέλθει όταν θα φτάσει στο νησί η πνοή της βιομηχανικής επανάστασης που θα επιφέρει τον εκσυγχρονισμό των μέσων παραγωγής και την συγκέντρωση τους στα αστικά κέντρα. Μετά τα μέσα του 19ου αιώνα ιδρύονται σύγχρονοι, μαζικής παραγωγής, ατμοκίνητοι αλευρόμυλοι. Φημισμένοι ήταν οι κυλινδρόμυλοι Γ. Σοφιανόπουλος & Σια και Σ. Καλλιβωκάς & Σία που λειτουργούσαν στο Μαντούκι από το 1885. Αναπότρεπτα, μεγάλο μέρος της παραγωγής μεταφέρεται στην πόλη και οι αλευρόμυλοι της υπαίθρου θα υποσκελιστούν και θα αρχίσει η εγκατάλειψη τους. Όχι η οριστική όμως αφού η χρήση πρωτόγονων μέσων παραγωγής, συνάρτηση του υποβαθμισμένου κοινωνικοοικονομικού βίου της υπαίθρου, θα παραμείνει χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγροτικών δραστηριοτήτων μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα. Οι χερόμυλοι αρνούνται να φύγουν από τα αγροτικά νοικοκυριά και ο τελευταίος νερόμυλος θα παραδώσει τα όπλα την δεκαετία του 1970, μετά από μια πορεία τουλάχιστον έξι αιώνων. Από ειρωνεία ίσως, λίγο αργότερα θα κλείσει και ο τελευταίος κυλινδρόμυλος της Κέρκυρας. Μαζί του τελειώνει και η ιστορία των αλευρόμυλων στο νησί.
Απομεινάρια νερόμυλου του Ζερβόπουλου, Κληματιά.
Σήμερα, δεν έχει μείνει κάτι που να θυμίζει τις μέρες τους παρελθόντος. Υποταγμένοι άνευ όρων στον χρόνο, οι περισσότεροι αλευρόμυλοι έχουν γκρεμιστεί ή είναι πνιγμένοι στις βατσουνιές ή έχουν εξαφανιστεί παραμένοντας μόνο ως τοπωνύμια. Τα χαλάσματα τους αποσυντίθενται και λησμονούνται με γοργούς ρυθμούς και είναι ζήτημα χρόνου να παραδοθούν ολοκληρωτικά στην λήθη.





Βιβλιογραφία
  • Παραδοσιακοί Αλευρόμυλοι της Κέρκυρας, Κερκυραϊκά Χρονικά τόμος 25 – Α. Σορδίνας