Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Καλαφατιώνες


Ο ιστοριοδίφης και ερευνητής Κώστας Γραμμένος μας ξεναγεί ιστορικά, μέσα από τις μακρόχρονες μελέτες του, στο χωριό των Καλαφατιώνων. Το άρθρο, εκτός από κάποιες φωτογραφίες, τις λεζάντες και τα σχόλια, έχει δημοσιευτεί στη "Σπερατζάδα τσου Κορφούς". 

Σύντομη ιστορική περιγραφή του χωριού, τεκμηριωμένη μέσα από έγγραφο πρωτογενές υλικό των Γενικών Αρχείων Κέρκυρας. 

Ονομασία 
   Η ένδειξη για την ονομασία του χωριού προκύπτει στο ότι το όνομα Καλαφάτης συναντιέται ως επίθετο στην Κέρκυρα τον 16ο αιώνα, γεγονός που σημαίνει οι προ πολλών αιώνων κάτοικοι του χωριού αυτού είχαν αυτό το επίθετο λόγω προφανώς του επαγγέλματος του καλαφάτη, που εννοείται ότι θα ασκούσαν.  

Η παλαιότερη αναφορά για το χωριό 
   Στο επιστημονικό ανάτυπο με τίτλο «Εξέλιξη των οικισμών της υπαίθρου Κερκύρας» αναφέρεται ότι ο οικισμός των Καλαφατιώνων υπήρχε το 1374.
Το χωριό διατηρεί ακόμη κάποια απ' τα παραδοσιακά στοιχεία.
 Λιτή περιγραφή του χωριού – παλαιό χωριό 
   Το χωριό των Καλαφατιώνων κτισμένο σε περίοπτη θέση, αποτελεί ένα από τα ομορφότερα χωριά της περιοχής Μέσης Κέρκυρας. Περιλαμβάνει γραφικές γειτονιές παραδοσιακών σπιτιών με εξαίσια θέα, ενώ το σύνολο του οικισμού πλαισιώνεται με μοναδικές φυσικές ομορφιές.  Κατά την παράδοση το σημερινό χωριό είναι μεταγενέστερο, ενός παλαιού που βρισκόταν νοτιοανατολικά, σε όχι μεγάλη απόσταση και το οποίο λόγω πυκνότητας των κεραυνών, που έπεφταν εκεί, εγκαταλείφθηκε και μεταφέρθηκε στην σημερινή  του θέση, μένοντας  ως ονοματοθεσία «Παλαιό Χωριό».

Στους δρόμους των Καλαφατιώνων και...









Μικρότεροι οικισμοί περιφερειακά του χωριού 
   Στον κύριο οικισμό των Καλαφατιώνων περιλαμβάνεται και ένας άλλος μικρότερος  που λέγεται Κοθωνίκι. Παλαιότερα, στους Καλαφατιώνες υπαγόταν και ο οικισμός του Αγίου Γεωργίου του Σορωνιού, ενώ υπήρχαν αραιοί οικισμοί  και στις περιοχές Κατζατζάρου (περιγραφή της περιοχής εδώ) και Βουρλίλος. 

Η ονομασία των συνοικισμών Κοθωνίκι και Κατζατζάροι 
   Το όνομα του οικισμού Κοθωνίκι οφείλεται στον παλαιό ιδιοκτήτη – οικιστή της περιοχής, που λεγόταν Κοθωνίκης, οι δε απόγονοί του και παλαιοί  κάτοικοι, είχαν το επίθετο Κοθωνίκης ή Κοθωνικιάτης. Το όνομα της περιοχής Κατζατζάροι οφείλεται στο όνομα  του παλαιού κατόχου της περιοχής που λεγόταν Κατατζάρος. Στις δύο αυτές εκτεταμένες περιοχές οι οποίες εκτείνονται μέχρι τον Σορωνιό και το Κομπίτσι, βρίσκονταν τα υποστατικά (σπίτια και κτήματα) των διαφόρων τιτλούχων αρχόντων που τα εξουσίαζαν.

... στους δρόμους της φωτιάς, Κατζατζάροι.

Ιδιοκτησίες των αγροτικών εκτάσεων 
   Λόγω της φυσικής ομορφιάς, του εύφορου εδάφους και της πληθώρας των τρεχούμενων νερών η περιοχή των Καλαφατιώνων  ήταν τόπος έλξεως αστών αρχόντων, ντόπιων και ενετών γαιοκτημόνων (από ανέκαθεν λόγω της κοντινής απόστασης από την πόλη της Κέρκυρας), οι οποίοι φρόντιζαν με διάφορους τρόπους να κατέχουν κάποια μικρή ή μεγάλη έκταση στην περιοχή αυτή, και ειδικά σε Κοθωνίκι και Κατζατζάρους.
   Τα κτήματα αυτά οπωσδήποτε χρειάζονταν εργάτες, στους οποίους τα μίσθωναν να καλλιεργηθούν και να αποδώσουν. Οι εργάτες αυτοί ήταν φερτοί από άλλα χωριά της Κέρκυρας ή και από άλλα μέρη εκτός Κέρκυρας. Οι εργοδότες τους παρείχαν, αρχικά πρόχειρα καταλύματα, για να διαμένουν εκεί, στα υποστατικά τους, όμως η διαμονή τους εκεί ήταν προβληματική και ανθυγιεινή λόγω της μεγάλης υγρασίας, ιδίως τον χειμώνα, για αυτό πολλοί κατέφευγαν και έκτιζαν τα σπίτια τους στο ύψωμα του κεντρικού οικισμού των Καλαφατιώνων. Έτσι το χωριό με τον καιρό μεγάλωνε οικιστικά και πληθυσμιακά, αφού οι νέοι κάτοικοι προστίθονταν στους παλαιούς που από αιώνες κατοικούσαν εκεί, συγκροτώντας τις δικές τους γειτονιές. 

Οι άνθρωποι 
   Από τους παλαιότερους καταγεγραμμένους κατοίκους που συναντάμε, από τον 15ο αιώνα στο χωριό αυτό και σήμερα έπαψαν να υπάρχουν, ήταν οι οικογένειες: Αυλωνίτη, Βατάτζη, Γεωργάτου, Δελάρτα, Δανίλη, Διγενή, Κουκή, Κουτρούλη, Λαμπίρη (κλάδος της οικογένειας αυτής μετονομάστηκε σε Ρογής), απόγονοί της οποίας κατοικούν μέχρι σήμερα στην ομώνυμη γειτονιά, επίσης οι οικογένειες  Μακρή, Μισιτού, Πάγκαλη, Ρωμανού, Στάϊκου, Φούρναρη. Ακόμα, παλιές οικογένειες, από τις οποίες σήμερα έμεινε μόνο το όνομα τους στις γειτονιές που κατοικούσαν, ήταν οι Κάντηλα, Καμπήσα και Κοφυρά .  Η παλαιότερη γνωστή, από τον 15ο αιώνα, οικογένεια που διατηρήθηκε ακμάζουσα και μέχρι σήμερα στους Καλαφατιώνες, είναι αυτή των Πιλών (Πηλών), μέλη της οποίας κατοικούν στην ομώνυμη γειτονιά Πηλάτικα. Στον συνοικισμό Κοθωνίκη συναντάμε παλαιούς κατοίκους από τον 15ο αιώνα, που σήμερα δεν υπάρχουν, όπως τις οικογένειες: Κοθωνικιάτη, Αργουζίνου, Γρηγορόπουλου, Ζακυνθινού, Κορφιάτη, Ρέτζιου, Ροτζίκου κ.α.  Στου Κατζατζάρου δε, κατοικούσαν οι οικογένειες: Λεκουρέση, Μουσσίκα, Μονσούρη, Νικηφόρου, Τσαγγάρη, Τόνια κ.α.
Και μια ματιά πάνω απ' τη σκεπή.

  Πολλές από τις προαναφερόμενες αυτές οικογένειες, που κατοικούσαν στους Καλαφατιώνες και στους γύρω οικισμούς εξαφανίστηκαν κατά την επιδρομή των Τούρκων του 1537 (Εκτενής αναφορά για το γεγονός έγινε σε ομιλία μου στις 26.03.2006 στους Καλαφατιώνες).  Μετά την επιδρομή αυτή και από τα μέσα του 16ου αιώνα, οι γαιοκτήμονες για να αναπληρώσουν τα κενά, έφεραν εργάτες όπως προείπαμε από αλλού, για τις ανάγκες των υποστατικών τους, όπως π.χ. ο γαιοκτήμονας Σιλβέστρος Σουβλάκης, ο οποίος έφερε στο υποστατικό του στο Κοθωνίκι περί το 1540 τις οικογένειες των Γεωργίτζη, Κρητικού και του Γιανούτζου Φαγογένη, απόγονοι του οποίου κατοικούν μέχρι σήμερα στους Καλαφατιώνες και μάλιστα οι Φαγογένηδες έχουν την δική τους προνομιούχα γειτονιά, τα γραφικά Φαγογενάτικα. Επίσης, ο γαιοκτήμονας Τζανής Μαρκουράς έφερε στο υποστατικό του, στο Κοθωνίκη, το 1579 την οικογένεια του Στέφανου Σκλαβούνου από το Μπάνικο. Ακόμα, ο σιόρ  Αλέξανδρος Καρτάνος έφερε τον Κωνσταντή Σούκερα το 1674 από τους Καστελλάνους. Στο Κοθωνίκη ήλθε το 1654 ως γαμπρός της οικογένειας Πολίτη και ο Αλέξης Κοντοστάνος από την Κορακιάνα, όπως και ο Παύλος Μπράτος ήλθε γαμπρός στους Καλαφατιώνες στην οικογένεια Μισθού το 1569. Ο πρώτος οικιστής της οικογένειας Μεσημέρη, ήταν ο Γερόλιμος λεγόμενος και Τζαρής, που εμφανίζεται στους Καλαφατιώνες το 1628 ως τεχνίτης ασβεστοκάμινων, του οποίου οι απόγονοι έστησαν δική τους γειτονιά λεγόμενη του Τζαρή.
Μπότζοι, βόρτα, ξεχυτές, κάπου ξεχάστηκε ο χρόνος.
   Με την πάροδο των χρόνων αρκετές παλαιές  οικογένειες εξέλιπαν του χωριού είτε λόγω μεταδημοτεύσεων είτε λόγω θηλυγονίας. Τα κενά όμως αναπληρώθηκαν από άλλους, ερχόμενους είτε λόγω εργασίας είτε λόγω γάμου, είτε λόγω προσφυγιάς, όπως αυτής των Σουλιωτών στα τέλη του 18ου αιώνος, ενώ ο πληθυσμός του χωριού είτε έμενε σταθερός είτε αυξομειωνόταν, ανάλογα με τις ανά τους αιώνες ευνοϊκές ή δυσοίωνες συνθήκες που γνώρισε ο τόπος, όπως π.χ. επιδρομές αλλοφύλων και λοιμικές ασθένειες που κατά καιρούς αποδεκάτιζαν τους κατοίκους. Οι κατά, αραιό χρονικό διάστημα, απόγραφες των κατοίκων, μας πληροφορούν ότι το 1583 το χωριό είχε μόνο 105 κατοίκους, το 1766 ο πληθυσμός τετραπλασιάστηκε, φτάνοντας στους 402 κατοίκους, μειώθηκε στα 1824 στους 360 κατοίκους και αυξήθηκε κατά πολύ το 1864 που έφθασε στους 616 κατοίκους. Η κύρια απασχόληση του συνόλου σχεδόν των κατοίκων, στο διάβα των αιώνων, ήταν οι αγροτικές εργασίες και το εισόδημα τους το οποίο μοιράζονταν με τους γαιοκτήμονες προέρχονταν από προϊόντα όπως, κρασί, λάδι, οπωρικά, κηπουρικά, και τους τελευταίους αιώνες μήλα και κάστανα, μοναδική παραγωγή για την Κέρκυρα τότε.

Στην περιοχή ακούγεται μια σπάνια για το νησί συμφωνία λιόδεντρων, πεύκων, κυπαρισσιών, βελανιδιών και άλλων δέντρων.

Εκκλησίες 
   Κεντρική εκκλησία του χωριού είναι αυτή του Προφήτη Ηλία, κτισμένη πάνω σε ύψωμα που δεσπόζει του οικισμού. Άγνωστο πότε και από ποιους κτίστηκε. Την συναντάμε σε έγγραφα από τις αρχές του 16ου αιώνα να ανήκει στην παλαιότατη οικογένεια Μακρή. Στις αρχές του 17ου αιώνα πέρασε στα χέρια του παπά Αρσένη Γουλιαρμή από τους Καστελλάνους που ήλθε ως υιοθετημένος από την οικογένεια Μακρή και έμεινε κληρονόμος και της εκκλησίας τους. Σήμερα λειτουργεί ως ενοριακός ναός του χωριού.
   Μια άλλη ενοριακή, σήμερα, εκκλησία που βρίσκεται λίγο έξω του χωριού σε ύψωμα είναι η Παναγία η Ελεούσα, η οποία υπήρξε ιδιοκτησία μιας άλλης παλαιότατης οικογένειας των Καλαφατιώνων, αυτή του Κάντηλα, οικογένειας που έσβησε στα τέλη του 16ου αιώνα και κληρονομήθηκε από την οικογένεια Πιλού, η οποία την κατείχε μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα.
   Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ονομαζόμενη του Θεριανού, βρίσκεται και αυτή εκτός του οικισμού στην τοποθεσία Μπουρδαλά. Αρχές του 16ου αιώνα ανήκε στην οικογένεια Μισθού, διάδοχος της οποίας ήταν ο Παύλος Μπράτος από το χωριό του Σταυρού, ο οποίος μπήκε σαν γαμπρός και κληρονόμος. Η οικογένεια Μπράτου κατείχε την εκκλησία μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, οπότε άγνωστο πως πέρασε στα χέρια της οικογένειας Αλέξη. Σήμερα και εκκλησία αυτή ανήκει στην ενορία.
   Μια άλλη εκκλησία που υπήρχε στους Καλαφατιώνες τον 16ο αιώνα και αναφέρεται σε έγγραφα, είναι η Αγία Παρασκευή, η οποία ανήκε σε μια παλιά οικογένεια του χωριού, τους Λαγκαδίτες, απόγονοι των οποίων κατοικούν και σήμερα στους Καλαφατιώνες, όμως είναι άγνωστο από πότε έως πότε υπήρξε και πως δεν διασώθηκε.
   Στον συνοικισμό του Κοθωνικίου υπάρχει η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, πολύ παλαιός ναός που συναντάται σε έγγραφα των αρχών του 16ου αιώνα. Υπήρξε κτητορικός της οικογένειας Κοθωνικιάτη. Δόθηκε για ανακαίνιση το 1573 στον σύνδικο Κορυφών μισέρ Φίλιππο Καρτάνο, οπότε πέρασε στην ιδιοκτησία του.  Τέλη 17ου αιώνα ως ιδιοκτήτης φαίνεται ο σιορ Ιάκωβος Βλασόπουλος, ο οποίος έβαλε συνιδιοκτήτες και τους γύρω της εκκλησίας του Κοθωνικίου κατοίκους. Σήμερα λειτουργεί ως ενοριακός ναός.
   Μέσα στο υποστατικό της οικογένειας Σορδίνα βρίσκεται ο ιδιόκτητος ναός των Αγίων Θεοδώρων. Εντοπίζεται σε έγγραφα από τις αρχές του 16ου αιώνα και ανήκε πάντα στους ιδιοκτήτες του υποστατικού, τους προγενέστερους μέχρι τους σημερινούς που είναι η οικογένεια Σορδίνα.
   Στους Κατζατζάρους βρίσκονται ακόμα τα ερείπια του ναού του Αγίου Γεωργίου του Ισχυρού ή των Ξηρών. Ο ναός αυτός το 1514 ήταν ιδιοκτησίας του γαιοκτήμονα της περιοχής μισέρ Ιάκωβου Ράλλη. Πέρασε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Σουβλάκη το 1553 και στη συνέχεια σε άλλες αρχοντικές ιδιοκτησίες της περιοχής. Τελευταία την φρόντιζε η οικογένεια Ρόη που είχε κτήματα πλησίον. Σήμερα βρίσκεται σε ερειπωμένη κατάσταση από τη μεγάλη πυρκαγιά του 2000.

Οι ρωγμές στον Άι Γιώργη στους Κατζατζάρους δείχνουν ότι είναι θέμα χρόνου η οριστική κατάρρευση.


Κώστας Γραμμένος



Σχόλια: Οι Καλαφατιώνες εμφανίζονται πρώτη φορά στα τεκμήρια το 1374, μαζί με το γειτονικό χωριό Βαρυπατάδες και αμφότεροι υπάγονταν στη δεκαρχία (φορολογική ενότητα γαιών) Εξωκαστρηνών και Μέσης, ενώ το τοπωνύμιο Βουρλίλλας είναι γνωστό από το 1272 και αποτελούσε οικισμό [Ανδηγαυική Κέρκυρα 13ος-14ος αι. - Σ.Ν. Ασωνίτης]. Επίσης, σχετικά με τα αναφερόμενα επώνυμα, στην ευρύτερη περιοχή διασώζονται ως σήμερα τα Δελάρτας και Μισθός (Βαρυπατάδες) και Κοφυράς (Τεμπλόνι).


Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Τι γυρεύει η Αλεπού στο μπόργκο;




Ο Γεράσιμος Δημουλάς μας παρουσιάζει την Αλεπού των προαστίων....(το άρθρο δημοσιεύτηκε στη Σπερατζάδα)
Άποψη της Αλεπούς από βορρά.
         Η Αλεπού υπήρξε, από την ίδρυσή της σχεδόν, μπόργκο (προάστιο) της πόλη της Κέρκυρας, και αναπτύχθηκε μεταξύ Καναλίων, Ποταμού, Τρίκλινου και Μαμάλων. Στο ερώτημα: χωριό ή προάστιο της πόλης, η απάντηση είναι διπλή. Μπόργκο, λόγω της μικρής αποστάσεως, μόλις τρία χιλιόμετρα από την πόλη, χωριό, λόγω της διατροφικής της αυτάρκειας στο διάβα των αιώνων, κυρίως χάρη στον εύφορο κάμπο της.
     Ως τοπωνύμιο, πριν δημιουργηθεί ο οικισμός, απαντάται εγγράφως από τον 16ο αιώνα. Το 1515 καταγράφεται στα νοταριακά κατάστιχα του Πέτρου Αγαπητού «...υποστατικό όπερ έχει η ρηθήσα κυρα Στάμω ης την περιοχήν χωρίου των Μαμάλων λεγόμενον στην αλουπού....». Η γειτνίαση με το χωριό των Μάμαλων, που σήμερα αντιστοιχεί με τον λόφο του Κογεβίνα περίπου, αν δεχτούμε ότι δεν πρόκειται για τους Μάμαλους Κράτσαλου, συνηγορεί στο ότι η αναφερόμενη Αλουπού πιθανότατα σχετίζεται με τη σημερινή. Επίσης σε έγγραφο του 1552 (νοτάριου Π. Βραγιανίτη) γίνεται αναφορά «…στην περιοχή της αλιπούς στην Κάπαρη». Ως προσδιοριστικό της περιοχής, τότε,  βλέπουμε να χρησιμοποιείται το τοπωνύμιο «…της αλιπούς», γεγονός που οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως η ονομασία του χωριού προήλθε από το είδος σταφυλιού «αλουπού», που προφανώς ευδοκιμούσε στην περιοχή. Το μικροτοπωνύμιο αυτό ανευρίσκεται, μέσα από τις συμβολαιογραφικές πράξεις, σε πολλά μέρη του νησιού, όπως στον Άγιο Προκόπιο, τους Δουκάδες τα Σπαρτερά και αλλού. Βεβαίως δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και την πιθανότητα η ονομασία να προέρχεται από το πονηρό τετράποδο. Άλλωστε επιβεβαιωμένα τον 17ο και 18ο αιώνα συναντάμε σχετικά τοπωνύμια, όπως Αλουπότρυπες, σε διάφορες περιοχές του νησιού. Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή, η οποία υποστηρίζει πως η ονομασία του χωριού προήλθε από παραφθορά, της οικογένειας γαιοκτημόνων Αληπούτζα (Alpuzza), η οποία ήταν γραμμένη στο Libro dOro από το 1559 (έφερε ως οικόσημο το κουνάβι) και εξέλιπε ελλείψη αρρένων απογόνων το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.
Ο ιστορικός ναός της Αγίας Παρασκευής
    Πρώτοι κάτοικοι της Αλεπούς υπήρξαν, όπως και σε πολλά άλλα χωριά, οι εργάτες των εκεί καλλιεργούμενων εκτάσεων των εκάστοτε αρχόντων. Στην απογραφή του έτους 1583 η Αλεπού δεν απαντάται, όμως το 1584 γνωρίζουμε ότι θεμελιώθηκε ο ναός της Αγίας Παρασκευής, στο κέντρο του πυρήνα του αρχικού οικισμού. Μεταξύ των ετών 1611 - 1645, σύμφωνα με τον αείμνηστο Χαρίλαο Κόλλα, στην περιοχή υπήρχε οικισμός καλυβιών στρατιωτών, προφανώς Σκλαβούνων μισθοφόρων της Βενετίας, με την ονομασία «Μπαδουβιέρη». Το 1650 αναφέρεται σε κώδικα του Ιερού Ναού Ιάσωνος και Σωσιπάτρου «…η Αλεπού στην Κουρατζέρην», τόπος στον οποίο η μονή είχε κτήματα που τα δούλευαν αγρότες. Την περίοδο 1675 - 1684 με βάση τα επώνυμα που γνωρίζουμε φαίνεται πως το χωριό είχε ήδη συγκροτηθεί. Στις πηγές μνημονεύονται μεταξύ άλλων τα εξής επώνυμα, Αρβανίτης, Γκίνης, Γερογιάννης, Κάσας (Ντεντεκάσας), Σκλαβούνος, Κότζης, Κρητικός,  Λάτζας, Μαρτίνης, Μαυρίκης, Μέξας, Μουλίνος, Μπούζης, Μόσχος, Μοσκοφάγος, Νικήτας, Παλαιοχωρίτης, Παπαβλασσόπουλος, Σμοίλης, Σουλάνης, Τζερκοτάς & Χρυσικόπουλος.  Ξεχωρίζουν κυρίως, επώνυμα προερχόμενα από την περιοχή της Λευκίμμης του Πέλεκα και κάποια αρβανίτικα. Πληθυσμιακό ψηφιδωτό λοιπόν ο αρχικός οικισμός, με κοινή όμως μοίρα και σκοπό την αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης.
     Το 1766 σε απογραφή «άπασης της βενετικής χώρας», η Αλεπού φέρεται να έχει 97 άτομα πληθυσμό. Το 1866, ακριβώς μετά την ένωση με την Ελλάδα και μαζί με το Τρίκλινο, η Αλεπού καταγράφεται με 259 κατοίκους.  Το 1920 είχε φτάσει τα 540 άτομα και το 1951 στα 788 άτομα. Η πληθυσμιακή αύξηση συνεχίστηκε για να φτάσει το 1991 στους 1523 κατοίκους, αριθμός που στην τελευταία απογραφή του 2011 διπλασιάστηκε, δημιουργώντας μια μικρή πόλη με 3149 κατοίκους.
     Η κοινότητα της Αλεπούς που θεσμοθετήθηκε με Β.Δ. στις 31.08.1912 (ΦΕΚ 261/Α’/1912), έχει έκταση 2.375 τ.μ., με μέσο υψόμετρο 20 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας (υψηλότερο σημείο τα 28 μ.), ήταν δε συνεχώς αυτόνομη κοινότητα μέχρι την συνένωσή της με το Δήμο Κερκυραίων το 1997 (Ν.2539/1997).
     Η Αλεπού υπήρξε από την ίδρυσή της ένα γεωργικό χωριό, που στην ιστορική διαδρομή, οι κάτοικοί της είχαν τη δική τους σκληρή πορεία, ανάμεσα σε φεουδάρχες και αρχόντους. Ως κύριοι γαιοκτήμονες της περιοχής, τον 18ο αιώνα, αναφέρονται οι οικογένειες Τσιριγκάκη, Κοσκινά και Τησαρχόντου. Μετά το 1920 όμως, με τους νόμους Δενδρινού και Ζαβιτσιάνου, πολλές γαιοκτησίες περιήλθαν στους ντόπιους καλλιεργητές.
     Ξεχωριστή γοητεία στην περιοχή προσθέτει το ποτάμι του Ποταμού, το οποίο πηγάζει από τους λόφους γύρω από τους Σιναράδες και διανύει περίπου 7 χιλιόμετρα απόσταση μέχρι την εκβολή του στις Αλυκές. Εκεί έκαναν το μπάνιο τους παλαιότερα οι κάτοικοι, παρά την επικινδυνότητά του από κάποιες πονηρές ρουφήχτρες, και οι νοικοκυρές τη μπουγάδα τους.
Άποψη ευρύτερης περιοχής Αλεπούς από Ζαχέικα Κομπιτσίου.

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΕΠΟΥ 
▪ Ο ηλεκτροφωτισμός στην Αλεπού έφτασε το 1950, όπως και στα γειτονικά Κανάλια. Το 1955 δόθηκε πίστωση 1.340.000 δραχμές και τοποθετήθηκε ασφαλτοτάπητας στο δρόμο για τον Πέλεκα, μήκους 8.200 μέτρων.    Την ίδια χρονιά κατασκευάστηκαν κοινοτικά πλυντήρια, όπως και σε αρκετά ακόμα χωριά, στα οποία έπλεναν οι νοικοκυρές τα ρούχα τους. Πλυντήρια που κατέστησαν και τόπος γνωριμιών και συνοικεσίων.
▪  Σε συνέδριο, στις 18 Ιουνίου 1956 των φορέων της πόλης με τους προέδρους και γραμματείς των κοινοτήτων, αναφέρθηκαν οι εξής παραγωγές στην περιοχή της Αλεπούς: 1800 πορτοκαλιές με αναμενόμενη παραγωγή 180.000 τεμάχια, 650 λεμονιές με αναμενόμενη παραγωγή 130.000 τεμάχια και 300 μανταρινιές με αναμενόμενη παραγωγή 45.000 τεμάχια. Σημειώνεται πως την εποχή εκείνη τα πιο πολλά εσπεριδοειδή πουλιόνταν στην βιομηχανία εσπεριδοειδών και αιθέριων ελαίων του Αιγίου.
▪ Στην επανάσταση του 1821 αναφέρονται δύο κάτοικοι της περιοχής, οι οποίοι βοήθησαν τον απελευθερωτικό αγώνα. Ο Αναστάσιος Τσιριγκάκης με υλική και οικονομική βοήθεια και ο Προκόπης Σουριανός (Σκανταλέτος) από το Τρίκλινο, ο οποίος πέρασε σαν οπλαρχηγός στην Ελλάδα, μαζί με άλλους συντοπίτες.
▪ Στις 2 Μαρτίου του 1836 η Ιόνιος Γερουσία κύρωσε νέο εκπαιδευτικό κανονισμό. Ο Άγγλος επιθεωρητής, αιδεσιμότατος Λάουντς υπέβαλλε έκθεση για αλληλοδιδακτικά σχολεία (Λαγκαστριανά). Τότε η Αλεπού απέκτησε σχολείο για πρώτη φορά, στο οποίο φοιτούσαν μαθητές από το Τρίκλινο και τα Κανάλια, με πρώτο δάσκαλο τον Νικόλαο Αγαθίδη.
▪ Στην Αλεπού είχαν αποκατασταθεί, αρχικώς 194 πρόσφυγες, ως συνέπεια της Μικρασιατικής καταστροφής, από τους 10.006 συνολικά που έφτασαν στο νησί της Κέρκυρας (τελικά παρέμειναν για πάντα στο νησί μόνο 1.600).
▪ Κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, σημαδιακή έμεινε στην μνήμη των κατοίκων της  Αλεπούς η ημερομηνία 11 Οκτώβρη του 1943 όταν 40 Αγγλικά και Αμερικανικά αεροπλάνα χτύπησαν με σφοδρότητα το αεροδρόμιο και τα προάστια, αφήνοντας 300 νεκρούς και τραυματίες κατοίκους σε πόλη και  προάστια και 1.000 νεκρούς Ιταλούς, οι οποίοι βρίσκονταν αιχμάλωτοι των Γερμανών στο αεροδρόμιο. Άλλη σημαδιακή στιγμή υπήρξε ασφαλώς το διήμερο 13-14 Σεπτεμβρίου 1943 όταν από την φλεγόμενη πόλη 800 άστεγοι, από τους συνολικά 18.000, βρήκαν καταφύγιο στην Αλεπού. Μάλιστα, σώζεται ακόμα καταφύγιο - μίνα, «στου Καπετάνιου», στο σημείο που ο δρόμος από το στενό της Αλεπούς οδηγεί στη μεγάλη ευθεία του Τρίκλινου, αριστερά, κάτω από το λόφο. 
Το καταφύγιο του Β΄ΠΠ.

 ▪ Άλλο ένα σημαντικό γεγονός διαδραματίστηκε στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το Εμπορικό Κέντρο Αλεπούς, όπου υπήρχε παλαιότερα το καμίνι των αδελφών Ιωαννίδη (από το 1965 μέχρι το 1990). Σε έναν από τους πολλούς βομβαρδισμούς, βγήκε η μάνα από το σπίτι, με τα δυο από τα τέσσερα μικρά κορίτσια της, για να φυλαχτεί κάτω από μια συκιά, θεωρώντας την ασφαλέστερο σημείο από το σπίτι. Όμως η μοίρα έπαιξε πολύ σκληρό παιχνίδι, αφού οι βόμβες έπεσαν στη συκιά και όχι στο σπίτι, σκοτώνοντας συνολικά πέντε γυναίκες και τα δύο μικρά κορίτσια. Η πεθερά της τραυματίστηκε και αυτή και δυστυχώς υπέκυψε λίγους μήνες μετά, ενώ σαν από θαύμα γλύτωσαν τα άλλα δύο παιδιά της άτυχης μάνας, το ένα μάλιστα κρυμμένο κάτω από τραπέζι.
▪ Και αυτό όμως που έγινε στις 5 Ιουλίου του 1716, ημέρα Κυριακή, ξεπερνάει κάθε φαντασία, όταν η τουρκική αρμάδα πέρασε το βόρειο στενό και σύμφωνα με την περιγραφή του υπασπιστή του Σούλεμπουργκ, Δημητρίου Στρατηγού, έντρομοι και πανικόβλητοι και παρά τις αντίθετες διαταγές  οι κάτοικοι των προαστείων, Αλεπούς, Ποταμού, Μαντουκιού και Καναλίων «…απαρτίζοντες επικίνδυνον όχλον εξεβίασαν τας πύλας, τους φρουρούς και τας διαταγάς εισελθόντες εις το Παλαιόν φρούριον..». Περιττό να αναφερθούν οι καταστροφές που προξένησαν οι Τούρκοι, φυτείες και σοδειές που έκαψαν, σπίτια και εκκλησιές που λεηλάτησαν, αιχμαλώτους για τα γνωστά σκλαβοπάζαρα που πήραν μαζί τους και άλλα πολλά αξέχαστα δεινά.
▪ Το σύνταγμα της Επτανήσου Πολιτείας στις 21.10.1801, μεταξύ άλλων το υπέγραψε και ο «Αλυπιώτης» Φίλιππος Τησαρχόντος, ως μέλος της έντιμης αντιπροσωπείας, μάλιστα επειδή ήταν αγράμματος υπέγραψε μέσω τρίτου (οι εγγράμματοι αποτελούσαν τότε μόλις το 2% του λαού).
▪ Η Γκαζέτα Ιόνια του 1861 (εφ.545) αναφέρει κατάλογο με τα ονόματα κατοίκων χωριών που είχαν δικαίωμα ψήφου. Μεταξύ των 616 ψηφοφόρων του διαμερίσματος Μέσης (σε σύνολο 3.136 σε όλο το νησί) υπήρχαν και τρεις ψηφοφόροι από την «Αλυπού», ο Καίσαρης Γεώργιος π. Ιωάννου (νο 46), ο Τισαρχόντος Δημήτριος (νο 47) και ο Τισαρχόντος Γεώργιος ιερέως Αναστασίου (νο 48), για να εκλέξουν 354 εκπροσώπους.
▪ Στην Αλεπού έδρευε το 1ο από τα τέσσερα τάγματα του θρυλικού 10ου Συντάγματος που διακρίθηκε τόσο  στους βαλκανικούς πολέμους όσο και αργότερα.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΩΔΙΚΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΑΛΕΠΟΥΣ 
    Μέσα από τον κώδικα της εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής σταχυολογούμε τα εξής ενδιαφέροντα στοιχεία: Πρώτα απ’ όλα κάποια καταγεγραμμένα  χαρακτηριστικά επώνυμα (με την ορθογραφία της εποχής), Της αρχόντος (1720, σημερινό Τισαρχόντος), Μαβρίκης (1721), Ντεντεκάσας (1725), Λάτζας (1720, σημερινό Λάτσας), Μέξας (1725), Κότζις (1731, σημερινό Κότσης), Τζιριγάκης (1733, σημερινό Τσιριγκάκης), Γερογιάνις (1725), Βόντας (1733), Κοσκινάς (1766), Μώρας ή Μωραίτης (1782), Γιοργοπάλις (1769), Κατέρις (1781), Περούλις (1732), Κέσαρις (1737), Σκλαβούνος (1736), Αλεξάκης (1820) και άλλα. Επίσης κάποια χαρακτηριστικά επώνυμα με την υποσημείωση «αρβανίτης», κυρίως Σουλιωτών φυγάδων, Γεωργίου (1819), Τόλις (1822), Σουλιότης (1830), Μπουντούνις (1829), Μπόρος (1830),  Βάϊας (1832), Πάλλης (1837), Κονκάκης (σημερινό Γκογκάκης) και άλλα.
     Από τον ίδιο κώδικα αναφέρουμε κάποια επίσης χαρακτηριστικά στατιστικά δεδομένα για να κατανοήσουμε καλύτερα τις κοινωνικές συνθήκες της τότε εποχής.
     Την περίοδο 1720-1843 καταγράφηκαν 106 γάμοι, μέσα από τους οποίους διαπιστώσαμε ότι 24 άτομα προχώρησαν σε δεύτερο γάμο (ποσοστό 11,32%) και 3 άτομα προχώρησαν σε τρίτο γάμο (ποσοστό 1,4%).
     Την ίδια περίοδο, οι βαφτίσεις που αναφέρονται είναι 294 και μόνο σε τρεις περιπτώσεις συναντήσαμε δίδυμα. Η βάφτιση γινόταν στους πρώτους μήνες  της ζωής του παιδιού, αλλά σε περιπτώσεις κινδύνου θανάτου, λόγω ασθένειας, το  βρέφος το βάφτιζε ο ιερέας στο σπίτι των γονιών και σε ηλικία λίγων ημερών. Τα πιο συνηθισμένα ανδρικά ονόματα ήταν: Σπυρίδων, Δημήτριος και Ιωάννης και τα γυναικεία, Μαρία, Κατερίνα και Ελένη.
     Με βάση τους 363 αναφερόμενους θανάτους (1720-1844) ο μέσος όρος ζωής ήταν τα 29,36 χρόνια, πάρα πολύ χαμηλός, με τεράστια βέβαια παιδική θνησιμότητα. Σημειώνεται πως 70 παιδιά πέθαναν μέχρι την ηλικία του ενός έτους και μέχρι τα έξι τους χρόνια είχαν πεθάνει 105 παιδιά. Ενώ την ηλικία των 50 ετών ξεπέρασαν μόλις 82 άνθρωποι. Οι ασθένειες της εποχής ήταν πολλές, ως συνηθέστερες  αναφέρονται, η «μαλίνια», η «ευλογιά», το «χτικιό», η «δρόπικα», η «θέρμη» και πολλές ακόμα.
     Ας δούμε όμως και κάποιες χαρακτηριστικές πράξεις από το «ταφολόγιο» της Αγίας Παρασκευής, οι οποίες ξεκίναγαν πάντα με τις ίδιες λέξεις «απότυχε της παρούσης ζωής», που αξίζουν μνείας:
▪ «26 Μάρτη του 1723 όπου… απότηχε της παρούσης ζωής ο Δίμος του Μάρκου εις το κάτεργο και τον φέρανε εις την μονή της οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευής. Εφημέριος Ιάκωβος της Αρχόντος». Αυτή η πράξη μας θυμίζει την εποχή των σκληρών συνθηκών ζωής μέσα στα κάτεργα (στα καράβια) όπου οι ασθένειες θέριζαν τους κωπηλάτες, οι οποίοι πολλές φορές ήταν δεμένοι με αλυσίδες από τα πόδια.
▪ «1730 Ιουνίου 2, … Σταματέλα από το Κοκύνι, όπου την είχαν βαρήσει μία σκεπετιά (σκεπέτο - όπλο) και την επέρνανε στη χόρα να τηνε γιατρέψουνε και ξεψύχησε εις την στράτα και εθάφτη».
▪ «1763, 15 Αυγούστου ……..ο Φράνκος Μέξας ιός του ποτέ Νικολάου Σκλαβούνου όπου τον εσκοτόσανε εδώ εις την Αλεπού». Εδώ  προκαλεί εντύπωση η αλλαγή επωνύμου από πατέρα σε γιό.
▪ «1787, 18 Σεπτέμβρη …. Εφόνευσαν τον Αναστάσιον Κέσαριν με μια πιστολιά ήταν 24 χρονών».
▪ «1789 28 Φλεβάρη, εφονεύθη ο Αναστάσιος Τσιριγάκης του ποτέ Αυγουστή από τον αφανησμόν της Ντουνετζιάς της πούλβερης όπου έπιασε εις την τζιταδέλα ήταν χρονών 24…». Εδώ μαρτυρείται ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης στο Μανδράκι, εντός του Παλαιού Φρουρίου.
▪ «1844, 19 Ιουνίου …  Αθανάσιος Τουτούνης του Κώστα Αρβανίτη ο οποίος αποπνίγει εν τα ύδατα του ποταμού Τρίκληνου τον οποίον ήφεραν οι χωροφύλακες με τον σταθμάρχη Θεώδορο Ταλογιάννη εις την εκκλησία μας ταις επτά ώραις μ.μ. και με επρόσταξαν να τον θάψω παρόντος των χωροφυλάκων…».
Μακάβριες αλλά χρήσιμες καταγραφές για να μπούμε σε αρκετές πτυχές μιάς σκληρής και άγνωστης σε μας εποχής.
     Ανατρέχοντας στην ιστορία της Αλεπούς δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τη μεγάλη συμβολή των Μαλτέζων στην ανάπτυξη της γεωργίας, κυρίως με τους λαχανόκηπους, τους οποίους καλλιεργούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Αλεπούς, στο Σολάρι, στην Κουλίνα, στου Κοτσέλα και στα Μαλτέζικα.
     Η κεντρική θρησκευτική εκδήλωση και το πανηγύρι της Αλεπούς  σήμερα οργανώνεται με επίκεντρο τον ενοριακό ναό της Υ. Θ. Οδηγήτριας & Αγίων Πάντων, όμως παλαιότερα τα πανηγύρια γίνονταν στο σημείο που σήμερα ορθώνεται το διατηρητέο σπίτι της οικογένειας Κοσκινά, 100 μέτρα μετά το ομώνυμο Σούπερ Μάρκετ, αριστερά.
     Ελάχιστα είναι τα αξιοθέατα της περιοχής π.χ.: το αρχοντικό Χειμαριού - Γρίμμα, χτισμένο σε περίοπτη θέση στον κεντρικό λόφο της Αλεπούς, πάνω από το ναό της Αγίας Παρασκευής.


ΟΙ ΝΑΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Υ. Θ. Οδηγήτρια.

      Σε χαμηλό λόφο ξεχωρίζει ο μοναδικός ενοριακός ναός του χωριού, της Υ. Θ. Οδηγήτριας & Αγίων Πάντων (θεμελιωμένος το 1946). Ακριβώς κάτω από την Οδηγήτρια βρίσκεται ο νέος, τρισυπόστατος ναός των Αγίων Βασιλείου, Αγίας Μαρίνας και Αγίας Παρασκευής. Κοντά στο Δημοτικό Σχολείο, ξεχωρίζει ο ιστορικός ναός της Αγίας Παρασκευής, του 1584 (λειτούργησε και ως μοναστήρι παλαιότερα). Στην ομώνυμη συνοικία ορθώνεται ο ναός του Αγίου Νικολάου, του 18ου αιώνα. Μεταξύ Αλεπούς, Ποταμού και Τρίκλινου ο ιστορικός, παλαιότατος, ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου Φανερωμένης, του 15ου αιώνα τουλάχιστον, ενώ δεν λείπουν και κάποιοι μικρότεροι, ιδιωτικοί επίσης ναοί.

Πηγές 
Σπύρος Χρ. Καρύδης, ‘Εκκλησιαστική Γεωγραφία της Κέρκυρας τον 19ο αιώνα. Ο κατάλογος κλήρου και ναών του έτους 1820» εκδ. Απόστροφος, Κέρκυρα  2004.

Κ.Δ. Καραμούτσος, Κερκυραϊκές Αρχοντικές κατοικίες Μέσης Κέρκυρας, πρώην δήμων Κερκυραίων και Αχιλλείων, εκδ. Παπαζήση ΑΕΒΕ, Κέρκυρα 2012.

Γεράσιμος Δημουλάς, «ΚΕΡΚΥΡΑ απ’ όπου χαράζει ως όπου βυθά»,

εκδ. ΑΛΚΙΝΟΟΣ, Κέρκυρα 2011.

Καπάδοχος Δημήτριος, Ναοί και μοναστήρια Κέρκυρας - Παξών και Οθωνών στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα, Αθήνα 1994.

Κόλλας Χαρίλαος, Η νήσος των Κορυφών τον 16ο και 17ο αιώνα - Από μαρτυρίες του Ιστορικού Αρχείου Κέρκυρας, τομ. Β’, Κέρκυρα 1996.

Κόλλας Χαρίλαος, Χώρος και πληθυσμός της Κέρκυρας του 17ου αιώνα, Τοπωνύμια - Οικισμοί - Δημογραφικά στοιχεία, Κέρκυρα 1988.

Μουρατίδης Σπυρίδων, Πρόσφυγες Μικράς Ασίας, Πόντου, Ανατολικής Θράκης στην Κέρκυρα, 1922 - 1932, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 2005.

Γεωργίου Αθανάσαινα, «Το ασέδιον των Κορυφών», εκδ. όμιλος «ΙΩΝ» Μακεδονικές Εκδόσεις.

Κώδικας Αγίας Παρασκευής Αλεπούς Λ.Π.Ε. 6.
Γ. Νάκος, για τις διορθώσεις σχετικά με το περιστατικό του βομβαρδισμού το '43.

Γεράσιμος Δημουλάς

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Καββαδάδες


Τραβάμε για τ' Αγύρου, όπου ο Γεράσιμος Χανδρινός μας συμπαρασύρει σ' ένα χωροχρονικό ταξίδι στο παλαιότατο χωριό των Καββαδάδων....
Μια ματιά προς λεβάντε από τους Καββαδάδες, στο βάθος οι Αρμενάδες.
   Οι Καββαδάδες είναι μια μικρή κοινότητα στο βόρειο συγκρότημα της Κέρκυρας και συγκεκριμένα στην περιοχή Αγύρου. Έχει πληθυσμό περίπου 770 κατοίκους, βρίσκεται σε υψόμετρο 120 μέτρων και απέχει 33 χλμ απ΄ την πόλη της Κέρκυρας.
    Στους Καββαδάδες ανήκει μέρος της παραλίας του Αρίλλα καθώς και του Αγίου Γεωργίου Πάγων. Υπάρχουν ελάχιστες  ιστορικές αναφορές στο χωριό αυτό, μα παρόλα αυτά βρίσκουμε πληροφορίες σε νοταριακές πράξεις του 16ου αιώνα, που είναι κάπως διαφωτιστικές για την καταγωγή μα και για την πληθυσμιακή του σύνθεση. Το όνομα της κοινότητας παλαιότερα συνηθιζόταν να αναφέρεται ως «Καββαδάτες» και με αυτό το όνομα το βρίσκουμε σε παλαιά έγγραφα. Γνωρίζουμε πως τη βυζαντινή περίοδο προστέθηκε στα χωριά η κατάληξη –αδες. Άρα κάπου εκεί μπορούμε να τοποθετήσουμε χρονικά και εμείς την ίδρυση των Καββαδάδων ή λίγο αργότερα στην εποχή των Ανδηγαυών, δηλαδή την περίοδο που η Κέρκυρα ανήκε στο βασίλειο της Σικελίας (1267-1386) και αυτό σύμφωνα με μια μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου, που περιγράφει την εξέλιξη των οικισμών και τα οικιστικά πρότυπα ανάπτυξης στη βόρεια Κέρκυρα και μας δίνει την δυνατότητα να αντλήσουμε λίγα στοιχεία για τον τρόπο που εξελίχθηκε ο οικισμός των Καββαδάδων και τον πιθανό ορισμό της ηλικίας του μέσα στους τελευταίους αιώνες.
     Πρώτη γνωστή αναφορά σε αρχειακές πηγές για την κοινότητα Καββαδάδων βρίσκουμε σε βενετικό έγγραφο του 1407 οπού και αναφέρεται η συγκεκριμένη κοινότητα με το όνομα που σήμερα γνωρίζουμε. 
Αντίγραφο της απόφασης της Ενετικής Γερουσίας του 1407, όπως δημοσιεύτηκε στα "Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας" του Κ. Σάθα.
    Εκείνη την εποχή αιτήθηκαν οι κάτοικοι της περιοχής των Καββαδάτων, Αρμενάδων, Περλεψιμάδων και Τερμενάδων, προς την Βενετία, μείωση φορολογίας. Συμφωνά με το συγκεκριμένο έγγραφο, η Βενετική Γερουσία εισάκουσε το αίτημά τους. Εν ετει 1407, εικοσιένα μόλις χρόνια  μετά την έλευση των Βενετών στην Κέρκυρα.
       Στην ευρύτερη περιοχή των Καββαδάδων βρίσκεται και ο Αφιώνας αλλά και ο Αρίλλας. Μέχρι το έτος 1947 ο Αφιώνας αποτελούσε οικισμό των Καββαδάδων σε μια και ενιαία κοινότητα. Σε καταγραφές συμβολαιογραφικών πράξεων που έχουν γίνει την περίοδο 1503-1577, αλλά και μεταγενέστερα τον 17ο αιώνα, στην περιοχή βρίσκουμε αναφορές για περιοχές Άνω και Κάτω Αρίλλα. Αυτό μάλλον συμβαίνει διότι ο οικισμός του Αφιώνα την περίοδο εκείνη πιθανόν αποτελούσε τον Άνω Αρίλλα, παίρνοντας την ονομασία του από την πληθώρα των αριάδων (Quercus Ilex, δεντρα ποικιλίας δρυός) που ακόμη αφθονούν στην περιοχή του εν λόγω χωριού, και ο σημερινός Αρίλλας αποτελούσε τον Κάτω.
   Αναφορικά στο όνομα των Καββαδάδων δεν μπορούμε παρά να υποθέσουμε πως προέρχεται  απο το επώνυμο Καββάδης ή Καββάδας  που πλέον δεν συναντάται στην περιοχή μα υπάρχει στην πόλη της Κέρκυρας και αλλού. Πληροφορίες για το όνομα αυτό παίρνουμε από νοταριακές πράξεις γάμων που συντάχτηκαν στην περιοχή και εμφανίζουν κατοίκους των Καββαδάδων το 1503 μ' αυτό το επώνυμο. Επώνυμο που έδωσε το όνομα του χωριού Καββαδάδες και προήλθε πιθανότατα από το καβάδι, ένα είδος βυζαντινού στρατιωτικού χιτώνα. Οι Καββάδες λοιπόν θα μπορούσαν να είναι οι κατασκευαστές αυτού του ενδύματος. Συνήθεια της βυζαντινής περιόδου ήταν να αποδίδονται επώνυμα είτε από καταγωγή, είτε από παρατσούκλια είτε από επαγγελματική ιδιότητα όπως εδώ. Δείτε τον παραλληλισμό παρακάτω:
- Kαβάδης-ο υφασματοποιός.
- Kαψοκαβάδης-αυτός που έκαψε το ύφασμα.
Στην πρώτη περίπτωση έχουμε απόδοση επωνύμου λόγω επαγγελματικής ιδιότητας και στην δεύτερη από παρατσούκλι. Όπως και να έχει, υπάρχουν μέχρι σήμερα και τα δυο επώνυμα, με κάποια διαφοροποίηση του πρώτου, στην Κέρκυρα. 
Η μεγαλόπρεπη πύλη τ' αρχοντικού Κολλυτά - Δενδρινού - Σαμοΐλη.
     Επίσης στο χωριό υπάρχει αξιόλογο κτίριο(αρχοντική αγροικία) του 1624 της οικογένειας των Δενδρινών (παλαιότερα -Κολλυτά-) που κοσμεί την περιοχή με την αισθητική και ιστορική του αξία. Σήμερα  είναι ιδιοκτησία της οικογένειας Σαμοΐλη από την Αγγλία. Το συγκεκριμένο αυτό αρχοντικό, όπως το αποκαλούν οι κάτοικοι, έχει φιλοξενήσει σπουδαία για την πολιτική ζωή της Κέρκυρας πρόσωπα. Είναι άλλωστε γνωστό πως στο κίνημα για την απελευθέρωση των αγροτικών ακινήτων της Κέρκυρας, εκτός του Πολυχρόνη Κωνσταντά, συνέβαλλαν καθοριστικά και οι νόμοι του φιλοαγροτικού βουλευτή των Φιλελευθέρων  Ανδρέα Δενδρινού, που ο τελευταίος για χάρη των ιδεών του δεν δίστασε να χάσει ακόμη και την ίδια του την κτηματική περιουσία στην περιοχή των Καββαδάδων που ανερχόταν στο ποσό των 25 εκατομμυρίων προπολεμικών δραχμών. Ο νόμος που πέρασε ο Δενδρινός το 1925 καθιέρωσε τον αγρότη ως ιδιοκτήτη γης που μέχρι πρότινος ανήκε στις μεγάλες και παλιές οικογένειες γαιοκτημόνων. Παράλληλα έθεσε τις βάσεις του νόμου της χρησικτησίας που είναι σε ισχύ έως και σήμερα και έδωσε σαφές πλεονέκτημα στην αγροτική οικογένεια να ξεφύγει από την απόλυτη ένδεια και να αναπτυχθεί αποκτώντας πλέον παρουσία και λόγο στην κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Αξίζει να αναφέρουμε πως όταν τελικά κατάφερε και πέρασε το πολυπόθητο νομοθετικό διάταγμα με το οποίο απελευθέρωνε την κερκυραϊκή γη, έγραψε στην γυναίκα του Ειρήνη το εξής: «έρχομαι αποκομίζων ελευθερίαν αγροτών».
     Σήμερα στους Καββαδάδες απ’ άκρη σε άκρη του οικισμού υπάρχουν αρκετές εκκλησίες. Για την ακρίβεια 8, μικρές και μεγάλες με κυριότερη αυτήν του Αγίου Σπυρίδωνα. Κάποιες απ' αυτές έχουν συνενωθεί με άλλες, κάποιες χάριν οικονομίας έγιναν μικρότερες άλλες πάλι μεγάλωσαν. Όπως και να 'χει όλες πλην μιας είναι σε αρίστη κατάσταση και λειτουργούνται την ημέρα που τιμάται ο Άγιος της καθεμιάς. Παραθέτουμε κάποια στοιχειά επιπλέον:

Άγιος Σπυρίδων & Υ.Θ. Οδηγήτρια
     Πρόκειται για τον μητροπολιτικό ναό του χωριού που ορθώνεται στην ανατολική άκρη του χωριού, προς την πεδιάδα. Είναι ανακαινισμένος και εμφανίζει τεχνοτροπίες που απαντούν και σε άλλους ναούς που αναδιαμορφώθηκαν ή οικοδομήθηκαν κατά τον 19ο και 20ο αιώνα. Πάνω από τη νότια είσοδό του υπάρχει παλιά εντοιχισμένη επιγραφή «Ο ΝΑΟΣ ΟΥΤΟΣ ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΚΟΙΝΗ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΣΥΝΔΡΟΜΗ ΕΝ ΕΤΕΙ 1898». Τιμάται και στο όνομα της Υ.Θ. Οδηγήτριας και υπάρχει η σχετική εικόνα ως δεύτερη μονή στο εσωτερικό του.
Άγιος Σπυρίδωνας.
     Ήδη υπαρκτός το 1707, το 1754 απαντά «εις το χωρίον Καβαδάτων» ως συναδελφικός με κουμέσους τον Μάριο Τζουκαλά και τον Σταμάτη Αλευκιμιώτη και εφημέριο τον Σπυρίδωνα Κομνηνό. Αρχές 19ου αιώνα έχει διατηρήσει το ιδιοκτησιακό του καθεστώς και επίτροποί του είναι οι Καπογιάννος Βουργαράκης και Νικολέτος Καλούδης. Μεταγενέστερα επεκτάθηκε ή ανοικοδομήθηκε στην ίδια θέση και συνενώθηκε τον ναό της Υ.Θ. Οδηγήτριας. Πιθανόν αυτές τις οικοδομικές διεργασίες μαρτυρά η προαναφερθείσα επιγραφή.

Αγία Παρασκευή
      Ναός που στέκεται στην συνοικία Τσουκαλάτικα, σε ύψωμα που προσφέρει άπλετη θέα τριγύρω. Αν και ανακαινισμένος, διαθέτει κάποια αρχιτεκτονικά στοιχεία που αποτελούν κληρονομιά του παρελθόντος.
      Είναι παλαιότερη του 1738, χρονιά κατά την οποία δωρήθηκε στον Στέλιο Τζουκαλά, από τις δύο ιδιοκτήτριες, αδερφές Παγουλίνα και Σοφία Τυροφά, οι οποίες τον είχαν κληρονομήσει τον ναό από τον πατέρα τους και δεν μπορούσαν να τον συντηρήσουν. Μάλιστα χαρακτηρίζεται τότε ως «αφανισμένη», χωρίς όμως αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι είχε ερειπωθεί εντελώς. Στα μέσα του 18ου αιώνα απαντάται ως ιδιωτικός, «γιους του Μάρκου Τζουκαλά». Τοποθετείται «εις την περιοχήν του αυτού χωρίου Καβαδάτων» κάτι που ενδεχομένως δείχνει ότι το χωριό δεν είχε ακόμη επεκταθεί προς εκείνη την πλευρά. Ιδιοκτησία της οικογένειας Τζουκαλά συνέχισε να είναι και στις αρχές του 19ου αιώνα όπως φαίνεται από τον σχετικό κατάλογο ενώ η ίδια οικογένεια τον κατέχει και σήμερα.

Αγία Μαρίνα
    Η Αγία Μαρίνα βρίσκεται σε πεδινή έκταση, στη βόρεια άκρη του χωριού, δίπλα στο δημόσιο δρόμο για Μαγουλάδες. Είναι ένας ανακαινισμένος ναΐσκος από τον οποίον όμως δεν λείπουν και κάποια χαρακτηριστικά που δείχνουν παλαιότητα.
    Υφίστατο ήδη το 1506, όπως συνέγεται από νοταριακό έγγραφο που μιλά για «την περιοχήν χωρίου των Καβαδάτων εις τον κάμπον της Αγίας Μαρίνας». Το 1604 υπέστη ανακαίνιση καθότι ήταν ετοιμόρροπος. Το 1754 σημειώνεται «εις το χωρίον Καβαδάτων», διοικούμενος από αδελφότητα μελών της οικογένειας Αυγερινού και εφημέριο τον π.Ιωάννη Αυγερινό, η οποία τον κατείχε και το 1820. Σήμερα εξακολουθεί να ανήκει στην ίδια οικογένεια.

Άγιοι Απόστολοι
    Μικρός σχετικά ναός, ο οποίος αν και έχει υποστεί διάφορες επεμβάσεις, φαίνεται ότι διατηρεί και παλαιότερη οικοδομική φάση.
Άγιοι Απόστολοι.
      Η πρώτη μνεία στις πηγές έρχεται από το 1507 και αναφέρει ότι ο ναός βρισκόταν «εν τη περιοχή των Καβαδάτων». Ως «μονήν των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου» και με τον ίδιο χωρικό προσδιορισμό σημειώνεται στα μέσα του 18ου αιώνα, με ιδιοκτήτη τον Παναγιώτη Βουργαράκη. Αρχές του επόμενου αιώνα ανήκε στον Απόστολο Σκουλή. Κατά το 1920 έγιναν εργασίες επέκτασής του και κατά το 1985 ανακαινίστηκε. Σήμερα τελεί υπό την ιδιοκτησία των οικογενειών Σαούλου και Λευκιμμιάτη.

Άγιος Ιωάννης Πρόδρομος
      Βρίσκεται βορειοδυτικά του Αγίου Σπυρίδωνα, στο χωριό, στην περιοχή γνωστή ως «του Μπάλιου» γι' αυτό φέρει και αυτή την προσωνυμία. Πρόκειται για ένα τετράγωνο ναΰδριο που χτίστηκε στη θέση παλαιότερου ναού και με μικρότερες διαστάσεις απ' αυτόν. Από τον παλιό ναό λέγεται ότι έχει διασωθεί μόνο το τέμπλο και η Αγία Τράπεζα, αλλά εκτός αυτών δεν υπάρχουν άλλα εμφανή απομεινάρια του.
       Η αρχειακή μαρτυρία «πλησίον το κλήσμα του Αγίου Ιωάννη» του 1506, συνηγορεί στο ότι ο ναός ήταν υπαρκτός τουλάχιστον από τότε. Το 1754 σημειώνεται «εις την περιοχήν του αυτού χωρίου (Καβαδάτων)» και κυβερνήτης του ήταν ο Νικολός Τζουκαλάς, ενώ το 1820 διοικείτο από αδελφότητα. Ανοικοδομήθηκε πριν τρεις - τέσσερις δεκαετίες αφού είχε ερειπωθεί, άγνωστο σε ποιό βαθμό και αν εμφάνιζε αρχαιολογική αξία. Σήμερα ανήκει στην οικογένεια Τσουκαλά.

Αγία Βαρβάρα
   Ερειπωμένος ναός που στέκεται μέσα σε ελαιώνα. Αξιοσημείωτο το γεγονός ότι το σωζόμενο στήριγμα της τράπεζας του ιερού πιθανόν αποτελεί τμήμα αρχαίου ραβδωτού κίονα άγνωστης προέλευσης.
Η καταρρέουσα Αγία Βαρβάρα.

      Η Αγία Βαρβάρα σύμφωνα με την πρωτοπαπαδική επίσκεψη του 1754, «ήτον εις κακήν κατάστασιν. Και ο ποτέ μισερ Πέτρος-Παύλος Κολιτάς την ανακαίνησε και έκανε και την ιερουργούσαν δια την ευλάβειάν του, ως καθώς έως την σήμερον ο μισερ Δημήτριος Κολιτάς, έχει την έγνοιαν της αυτής». Τη δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα, βάσει του σχετικού κατάλογου, την κατείχε η Στελίνα Κολιτά και μεταγενέστερα πέρασε στην οικογένεια Δενδρινού. Περί το 1963 ανήκε στην οικογένεια Σαμοΐλη και εμφάνιζε σημάδια φθοράς με αποτέλεσμα να μπει σκοπός να ανακατασκευαστεί σε άλλο σημείο, κάτι που τελικά δεν έγινε.

Ταξιάρχης & Αγ. Κων/νος και Ελένη
      Ναός που βρίσκεται ΝΔ του χωριού, προς Αρίλλα. Στο χώρο λειτουργεί και νεκροταφείο. Διαθέτει καμπάνες του 19ου αιώνα εκ των οποίων η μία ανήκε στον, αφανισμένο πια, ναό της Υ.Θ. Οδηγήτριας και η δεύτερη στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Χτισμένος σε απλή μορφή, σύμφωνα με επιγραφή πλάι στην είσοδο, θεμελιώθηκε το 1947, σε μικρότερη μορφή από τη σημερινή και εγκαινιάστηκε το 1984. Άγνωστο αν υπήρχε σε παλαιότερη εποχή ομώνυμος ναός εκεί ή στην περιοχή. Πάντως δεν απαντά στους εκκλησιαστικούς καταλόγους του 18ου και 19ου αιώνα.

Άγιος Νικόλαος
            Ο ναός αυτός στέκει ΝΔ του χωριού, προς τον Αρίλλα. Είναι λιτός στην όψη και ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων τη δεκαετία του 1950 στη θέση του παλιού ναού, επομένως σαν κτίριο δεν έχει ιστορικό ενδιαφέρον. Το 1754 καταγράφεται «εις την περιοχήν του αυτού χωρίου Καβαδάτων, εις τόπον λεγόμενον Αρίλα. Γιους του Σταυράκη Αλευκιμιώτη». Τον επόμενο αιώνα εμφανίζεται ως αδελφότητα με επίτροπο τον καλόγερο Γεράσιμο Κορακιανίτη. Σήμερα ανήκει στην οικογένεια Λευκιμμιάτη.

Υ.Θ. Οδηγήτρια
     Αφανισμένος σήμερα ναός, που βρισκόταν δυτικά και ψηλότερα από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, στη στροφή του κεντρικού δρόμου του χωριού. Στα μέσα του 18ου αιώνα εμφανίζεται ως «Θεοτόκος Οδηγήτρια» στο χωριό των Καββαδάτων διοικούμενος από αδελφότητα με κουμέσους τον Παναγιώτη Γουργαράκη και Νικολέτο Ράδο και εφημέριο τον π. Ιωάννη Αυγερινό. Το 1820 συνεχίζει να είναι συναδελφικός και έχει επίτροπους τον Στέλιο Λούβρο και Χαράλαμπο Γουδέλη. Σε κατοπινή εποχή ο ναός εγκαταλείφθηκε ή γκρεμίστηκε και η λατρεία του μεταφέρθηκε στον ναό του Αγίου Σπυρίδωνα όπου υπάρχει και η σχετική εικόνα. Δεν σώζονται κατάλοιπά του, παρά μόνο μια καμπάνα που βρίσκεται στο καμπαναριό του Ταξιάρχη.

Άγιος Ανδρέας
    Ναός μη υφιστάμενος που βρισκόταν νοτιοανατολικά του Αγίου Σπυρίδωνα, δίπλα σε ρέμα και βρύση η οποία κάποτε ύδρευε όλο το χωριό. Τη θέση του, προσεγγιστικά, μαρτυρά εικονοστάσι ενσωματωμένο στον περίβολο παλαιού πηγαδιού. Εμφανίζεται στην πρωτοπαπαδική επίσκεψη του 1754 «έξω από το αυτό χωρίον Καβαδάτων», επομένως όχι πολύ μακριά απ' αυτό, ως μετόχι του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα. Μετόχι του ίδιου ναού απαντά και τον επόμενο αιώνα. Πιθανόν εγκαταλείφθηκε ή γκρεμίστηκε κατά τη συνένωση του Αγίου Σπυρίδωνα με την Υ.Θ. Οδηγήτρια. Δεν υπάρχει κανένα εμφανές απομεινάρι του.

    Πέρα λοιπόν από τους ναούς και τους επιτρόπους, στοιχεία σχετικά με τους ιερείς και μοναχούς βρίσκουμε σε μια απογραφή που βρέθηκε στο κρατικό αρχείο της Βενετίας και είναι του έτους 1641. Αυτο λοιπόν μας λέει πως στις κοινότητες Καββαδάδων, Αρμενάδων και Ραχτάδων την εποχή εκείνη καταγράφονται οι εξής ιερεις:
-Constantin Chandrino
-Andrea Mavropulo
-Nestora Armeni
-Nicolo Kavudistra
-Janni Mira
-Thimotheo Agatho
    Από άλλες πάλι συμβολαιογραφικές πράξεις  της περιόδου 1503-1507 βλέπουμε την συχνότητα εμφάνισης επωνύμων και την διαφορετικότητα τους. Συναντάμε οικογενειακά επώνυμα που πολλά από αυτά υπάρχουν έως και σήμερα και είναι τα εξής: Αυλωνίτης, Βραχνός, Βουργαράκης, Καβάδης, Κοκικόρης, Κοντός, Λευκιμμιάτης, Λιγνός, Μομός, Μηνάς, Ξένος, Πιτικάρης, Ράπτης, Χειμάρης. Σήμερα στο χωριό συναντάμε κάποια από τα παλαιά επώνυμα καθώς και άλλα διαφορετικά που πλέον θεωρούνται τυπικά της περιοχής: Τσουκαλάς, Αυγερινός, Χανδρινός, Λευκιμμιάτης, Ασπιώτης, Μακρής, Σπίγγος, Γιαννιώτης, Σαούλος, Φακιολάς, Χαλικιάς, Κομνηνός, Κούρκουλος και Λούβρος. Στο σημείο αυτό να επισημάνουμε πως παρ' όλες τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις, τους πολέμους και γενικότερα της ροής του χρόνου στην περιοχή μας παρατηρείται μια σταθερή παρουσία συγκεκριμένων οικογενειών από τον πρώιμο 16ο αιωνα. Οικογένειες όπως των Λευκιμμιάτη, Κομνηνών, Χανδρινών, Βουλγαράκη, Αυγερινών και Τσουκαλά. Ασφαλώς και οι υπόλοιπες οικογένειες δεν είναι λιγότερο σημαντικές διότι πολλά απο τα σημερινά επώνυμα εμφανίζονται ίσως λίγο αργότερα στην περιοχή, 17ο και 18ο αιώνα και έχουν προσφέρει και ακόμη προσφέρουν στους Καββαδάδες. Υπάρχει ένα ακόμη επώνυμο που για πολλά χρόνια έχει αφήσει το στίγμα του στη ζωή του χωριού και αυτό είναι το Σαμοΐλης. Πρόκειται για τον ετεροθαλή αδελφό του βουλευτή Ανδρέα Δενδρινού που σήμερα απόγονοί του ζουν στο αρχοντικό του χωριού. Μέλη της οικογένειας αυτής των Σαμοΐλη, έχουν συνάψει συγγενικούς δεσμούς με αριστοκρατικές οικογένειες της Χίου, που ζουν και δραστηριοποιούνται σε πολλούς επιχειρηματικούς τομείς στην Αγγλία. Οικογένειες όπως οι Σεκιάρη, Ροδοκανάκη, Αγέλαστοι και Ράλλη. Αξίζει να αναφέρουμε πως ιδιαιτέρα η οικογένεια Ράλλη δημιούργησε επιχειρηματικά έναν οικονομικό κολοσσό στην Αγγλία  του 19ου αιώνα που οι δραστηριότητες του έφτασαν μέχρι την Ινδία. Η πασίγνωστη τότε φίρμα RALLI Bros με γενικό διευθυντή επιχειρήσεων τον Βασίλειο Σαμοΐλη και μετέπειτα τον Σπύρο Σαμοΐλη (ετεροθαλή αδελφό του Ανδρέα Δενρινού).
     Η κοινότητα Καββαδάδων ανέκαθεν υπήρξε μια δραστήρια επαγγελματικά περιοχή με ανθρώπους εργατικούς και φιλότιμους. Αξίζει να τονίσουμε πως από τα τέλη του 19ου  αιώνα στους Καββαδάδες, παρ' όλες τις οικονομικές δυσκολίες της εποχής αυτής, λειτουργούσαν γύρω στα δέκα ελαιοτριβεία, καμίνια κεραμικών και καμίνια παραγωγής ασβέστη, που όλα αυτά εκτός από τις αγροτικές εργασίες απασχολούσαν αρκετούς εργάτες δίνοντας επιπλέον μεροκάματο. Ελαιοτριβεία οικογενειών Τσουκαλά, Λευκιμμιάτη, Σαούλου, Χαλικιά που κάποια απ’ αυτά κοσμούν ακόμη το χωριό μας ως ζωντανά μουσεία. Τα καμίνια της οικογένειας Χανδρινού δυστυχώς δεν έχουν διασωθεί ως κτίσματα αλλά έχουμε καταγράψει αρκετές πληροφορίες για τη λειτουργία τους μέχρι το 1965 περίπου.
Καμίνι κεραμικών.

    Ένα καμίνι κεραμικών είχε τη μορφή που δείχνει το παραπάνω σχέδιο. Ήταν ένα πέτρινο κτίσμα χωρίς οροφή και στέγη, αποτελούμενο από δυο επίπεδα, τον θάλαμο καύσης και τον θάλαμο ψησίματος. Στη μια πλευρά υπήρχαν δυο τοξωτά ανοίγματα στον θάλαμο καύσης, οι «μπούκες», που τροφοδοτούσαν το καμίνι με καύσιμη ύλη για 24 συνεχείς ώρες. Το πόσο θα "φόρτωναν" το καμίνι να κάψει το έκρινε ο μάστορας σύμφωνα με τον καιρό και τον αέρα. Όλη η βάση του καμινιού ήταν χρισμένη τοξωτά κατά μήκος. Το δάπεδο του θαλάμου ψησίματος, που διακρίνεται διάστικτο στην εικόνα, είναι το λεγόμενο «τηγάνι» και ήταν διάτρητο με τρύπες που τις ονόμαζαν «φιρίδια». Πάνω εκεί στήνονταν κοντά κοντά τα κεραμικά σε όλη την επιφάνεια του τηγανιού και σε όλο το ύψος του. Ο θάλαμος αυτός ήταν χτισμένος γύρω γύρω με τοίχο αλλά στη μια πλευρά, που ήταν στο επίπεδο του δρόμου, υπήρχε χτισμένη πόρτα τούβλινη (φαίνεται με διακεκομμένες γραμμές στην εικόνα) για να διευκολύνεται η φορτοεκφόρτωση των κεραμικών. Φυσικά την άνοιγαν αφού είχε σβήσει το καμίνι.
Ακολουθεί και η σχετική ορολογία
*αλώνι: χώρος εναπόθεσης των άψητων κεραμικών για να στεγνώσουν στον ήλιο.
*τέζα: υπαίθρια αποθήκη για τη στέγαση των ψημένων κεραμικών.
Κεραμίδια στ' αλώνι του καμινιού της οικογένειας Χανδρινού.
*πουλάρα: ζυμωμένος και καθαρισμένος άργιλος, έτοιμος για χρήση, διακρίνεται πίσω από τον πάγκο εργασίας, σαν βουναλάκι λάσπης.
*τσεκούρι: χώρος που ζύμωναν τον καγιά με τα πόδια (λάκκος τσιμεντένιος με νερό) ώστε να αφαιρούνται τυχόν βότσαλα ή όστρακα που θα εμπόδιζαν το καλό ψήσιμο. στη συνέχεια οι εργάτες τον ζύμωναν και με τα χέρια.
*βάσκα: τσιμεντένια δεξαμενή με νερό, συνήθως πάνω από το τσεκούρι.
*τσάκαλης: ξύλο σε σχήμα Τ που χρησίμευε για να σαρώνουν το αλώνι από τυχόν πετραδάκια και άμμο, ώστε απλώνοντας τα καινούρια νωπά κεραμικά να μένουν καθαρά.
*φιρίδια: τρύπες σε απόσταση 10-15 cm η μια από την άλλη στην επιφάνεια του καμινιού ώστε να περνάει η φωτιά από μέσα. η διάμετρος του κάθε φιριδιού ήταν 5 περίπου cm.
*τηγάνι: διάτρητη επιφάνεια του καμινιού με τρύπες(φιρίδια)
*λαουρέντης: εργάτης γενικών καθηκόντων.
*καγιάς: είδος αργίλου.
*αμμούσα: ψιλή άμμος
*άψητα: έτσι ονόμαζαν τα κόκκινα κεραμικά που ενώ είχαν ψηθεί έσπαζαν με ευκολία. τα σωστά ψημένα "άσπριζαν" συνήθως.
*σιδηρίτες: με αυτό τον τρόπο ονόμαζαν τα κακοψημένα πράσινα κεραμικά που ενώ ήταν τα πιο γερά ήταν στραβά και γι' αυτό άχρηστα.
Όπως σε κάθε χωριό του νησιού μας έτσι και στους Καββαδάδες έχουμε πάρα πολλά τοπωνύμια που κάποια από αυτά παραμένουν ίδια εδώ και αρκετούς αιώνες. Κλείνοντας την παρουσίαση του χωριού, ενδεικτικά αναφέρουμε λίγα τοπωνύμια.
*Αγόριο-σε συμβολαιογραφικές πράξεις του μεσαίωνα αναφέρεται ως αγορές «ης ταις αγοραίς» (16ος αιώνας)
*Βοστίτσα- περιοχή που μαρτυρά την καλλιέργεια της συγκεκριμένης ποικιλίας σταφυλιού που ευδοκιμούσε κάποτε στην περιοχή.
*Κεραμωτή- περιοχή με ελαιώνα που μάλλον πηρέ το όνομά της εξαιτίας της μορφολογίας του εδάφους σε αναβαθμίδες.
*Τσέπερη- περιοχή με ελαιώνα λίγο πιο πάνω από την Κεραμωτή. Το όνομα Τσέπερης το συναντάμε σε αρχειακό υλικό του 16ου  αιώνα ως επώνυμο των Καββαδάδων. Ίσως πρόκειται για παλαιό ιδιοκτήτη της περιοχής.
*Σταυρός- η κορυφή των δυο προαναφερθέντων περιοχών. Οριοθετεί τις κοινότητες Αρμενάδων και Καββαδάδων.
*Πρίνος ή Λίνενας- πιθανόν το όνομα πρίνος υποδηλώνει παλαιότερη ύπαρξη του συγκεκριμένου φυτού μιας και η περιοχή σήμερα καλύπτεται από ελαιώνες. Το δεύτερο όνομα της περιοχής πιθανόν αναφέρεται σε παλαιό ιδιοκτήτη της περιοχής και μάλιστα γυναικά διότι οι ντόπιοι ακόμη λένε στης Λίνενας.
*Λάκκοι- περιοχή προς Μαγουλάδες που πήρε προφανώς το όνομά της λόγω της ιδιομορφίας της. Ο δρόμος μέχρι σήμερα ακολουθεί πυκνή ελικοειδή διαδρομή που μπορούμε να αναλογιστούμε το βαθμό δυσκολίας που είχε ως προς την διέλευση του από τους κατοίκους.
*Λάρνα, Κακον απέραμα- περιοχή που χρησίμευε αποκλειστικά ως μοναδικός δρόμος διέλευσης των κατοίκων από και προς τον Αρίλλα. Οι κάτοικοι αντιμετώπιζαν πάντα, ιδιαίτερα το χειμώνα μεγάλες δυσκολίες στη διέλευση της περιοχής εξαιτίας των ρεμάτων που υπήρχαν εκεί και του ανηφορικού εδάφους.
*Βοθίνοι- Περιοχή με ρέματα. Μέχρι σήμερα βοθίνους αποκαλούν τους ορμητικούς χείμαρρους.
*Τζινιάτι- περιοχή που πιθανόν ανήκε σε κάποιον με το επώνυμο Ζηνιάτης.
*Κουραμίλλας- περιοχή που από τον 16ο αιώνα αναφέρεται ως «στου κουραμου». Ενδέχεται η περιοχή να είχε πολλούς από τους θάμνους γνωστούς με το όνομα- κουραμιά/κουμαριά.
*Βουβάλα- περιοχή του Αρίλλα που αναφέρεται με αυτό το όνομα τουλάχιστον από το 1513. «χωράφιν..... λεγάμενον κατηφορικόν εις την Βουβάλαν ως καθώς τα κρατούν οι Σκαλαβάτες και Κομνηνάτες». Σε αυτό το σημείο να πούμε πως στην περιοχή ακόμη και σήμερα διατηρούν κτήματα οι Κομνηνοί.


Βιβλιογραφία
· Η Κέρκυρα και τα Ηπειρωτικά παράλια στα τέλη του Μεσαίωνα (1386-1462) - Σ. Ασωνίτης
· Η νήσος των Κορυφών τον 16ο αιώνα - Από μαρτυρίες του Ιστορικού Αρχείου Κέρκυρας, τομ. Α’ - Χ. Κόλλας
· Xώρος και πληθυσμός της Κέρκυρας τον 17ο αιώνα- Χ. Κόλλας
· Τα οικόσημα της Κέρκυρας -  Γιάννης Πιέρρης
· Η ιστορία της Κέρκυρας μέσα από τους δρόμους και τα καντούνια της - Γιάννη Τσανταρίδη
· Οι πράξεις του νοτάριου Δουκάδων Κέρκυρας Αρσένιου Αλεξάκη (1513-1516) - Δ.Π. Καραμπούλα, Λ. Παπαρρήγα-Αρτεμιάδη
· Μνημεία της Ελληνικής Ιστορίας-Κ. Σάθα (τεύχος 2)
· Η εξέλιξη των οικισμών και τα οικιστικά πρότυπα ανάπτυξης στη Β. Κέρκυρα – Μ. Κυριάκη, μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Ιόνιο Πανεπιστήμιο
· Ναοί και Μοναστήρια Κέρκυρας, Παξών και Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα - Καπάδοχος Χρ. Δημήτριος
· Εκκλησιαστική Γεωγραφία της Κέρκυρας τον 19ο αιώνα – Καρύδης Σπύρος
· Ορθόδοξες αδελφότητες και συναδελφικοί ναοί στην Κέρκυρα (15ος-19ος αι.) - Σπ. Καρύδης


Γεράσιμος Χανδρινός