Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Άγιος Νικόλαος & Ρουμανάδες - μέρος α΄


Με οδηγό για άλλη μια φορά τα άρθρα του κ. Δημουλά από τη "Σπερατζάδα τσου Κορφούς", ταξιδεύουμε στον Άγιο Νικόλαο, πρώην Κολοκύθι.

...Δε μ' αφήνει ο Νικολάκης νά 'ρθω στο Κολοκυθάκι... Στο βάθος οι Αργυράδες.




          Στο  νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού, στον πρώην δήμο Κορισσίων, βρίσκεται μια μαγευτική περιοχή που κρύβει στα ευλογημένα χώματά της ξεχωριστή γοητεία. Ας προσπαθήσουμε να ξεφυλλίσουμε κάποια γεγονότα και συμβάντα από αυτή την ιδιαίτερη περιοχή και ειδικότερα τη σημερινή κοινότητα του Αγίου Νικολάου.
         Το χωριό Άγιος Νικόλαος απέχει 36 χλμ. από την πόλη της Κέρκυρας, έχοντας ένα μέσο υψόμετρο 40. Η παλαιότερη γνωστή ονομασία του ήταν Άγνος. Έτσι απαντάται ο οικισμός κυρίως σε νοταριακές πράξεις του 16ου και του 17ου αιώνα. Η αφθονία του θάμνου άγνος (λυγαριά - Vitex agnus-castus) στην περιοχή, έδωσε αυτή την ονομασία στο χωριό και τη δυνατότητα στους κατοίκους να ασχοληθούν με την καλαθοπλεκτική, μέχρι και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Από αυτή την επαγγελματική ιδιότητα βγήκε και το παρατσούκλι των κατοίκων του χωριού, «κανιστράδες» (κανίστρι = καλάθι), που τους συνοδεύει μέχρι τις μέρες μας.

Λυγαριά, λυγαριά, εσένα έχω στην καρδιά...

            Από τα μέσα του 17ου αιώνα το χωριό φέρει και την ονομασία Κολοκύθι, ονομασία που προέκυψε  ή από καλλιέργεια κολοκυθιών ή από επώνυμο ή παρατσούκλι Κολοκύθης. Σύμφωνα  δε με  ενημερωτικό φυλλάδιο του Δημοτικού Διαμερίσματος Αγίου Νικολάου, του έτους 2010, το αναφερόμενο επώνυμο συναντάται σε παλαιότερα συμβόλαια. 
         Σε νοταριακή πράξη του 1733 συναντάται ο οικισμός και με τα δύο ονόματα «…χωρίον Κολοκύθι, λεγάμενο Άγνο». Με τον καιρό όμως και κυρίως μετά την λεγόμενη «πανώλη του Μαραθιά», το Άγνος υποχώρησε και στη θέση του άρχισε να χρησιμοποιείται το Άγιος Νικόλαος. Λέγεται ότι αυτό έγινε προς τιμή του Αγίου Νικολάου, ο οποίος κατά την παράδοση εμπόδισε την πανώλη να φτάσει στο Κολοκύθι. Ως απόηχος αυτής της μεγάλης περιπέτειας, έμειναν από στόμα σε στόμα τα τελευταία λόγια της γριάς πανώλης: «δε μ΄ αφήνει ο Νικολάκης να ΄ρθω στο Κολοκυθάκι». Έτσι λοιπόν, το 1940 το Κολοκύθι μετονομάστηκε σε Άγιο Νικόλαο με Β.Δ. (ΦΕΚ Τ.Α. 271/40).


Ριζικά ανακατασκευασμένος, ο ονοματοδότης του χωριού, Άγιος Νικόλαος.

          Ας δούμε όμως και τις κυριότερες διοικητικές μεταβολές από την περίοδο των Άγγλων μέχρι σήμερα για το Κολοκύθι και τους Ρουμανάδες.
    Η πρώτη ανθρωπογεωγραφική κατανομή, πρόγονος των σημερινών δήμων, συντελέστηκε στις 18 Φεβρουαρίου 1850, όταν με κοινοβουλευτική πράξη η Ιόνιος Βουλή συνέστησε τα «Περιοχικά Επιχώρια Συμβούλια». Το Κολοκύθι και οι Ρουμανάδες συμπεριλήφθηκαν στο Περιοχικό Επιχώριο Συμβούλιο Λευκίμμης.  Το 1866 συγκροτήθηκαν οι πρώτοι δήμοι σε εφαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας. Το Κολοκύθι και οι Ρουμανάδες  αποτέλεσαν οικισμούς του Δήμου Κορισσίων, με έδρα τους Αργυράδες και έμβλημα την «κεφαλήν γυναικός». Τρία χρόνια αργότερα επήλθε αυτοδιοικητική μεταβολή και ο δήμος Κορισσίων προσαρτήθηκε στο δήμο Λευκιμμαίων. Με Β.Δ. στις 31.8.1912 (ΦΕΚ 261/Α’/1912) δημιουργήθηκαν οι κοινότητες, το μεν Κολοκύθι αποσπάστηκε από την κοινότητα Αργυράδων και αναγνωρίστηκε ως ιδία κοινότητα, με την οποία ενώθηκε και ο οικισμός Ρουμανάδες που αποσπάστηκε από την κοινότητα Βασιλατίκων (Β.Δ. 30-7-1929, ΦΕΚ 264/Α’/1929). Το 1961 αναγνωρίστηκε και ο οικισμός Νότος και προσαρτήθηκε στην κοινότητα Αγίου Νικολάου (όπως ονομαζόταν από το 1940).Από το 1997 (ΦΕΚ 244/Α’/1997) η κοινότητα Αγίου Νικολάου αποτελεί οικισμό του Δήμου Κορισσίων (τοπική κοινότητα σήμερα της Δημοτικής Ενότητας Κορισσίων του ενιαίου δήμου Κέρκυρας).
         Σε αυτό τον ευλογημένο τόπο, κυριαρχεί φυσικά η ελιά, όπως σε όλο το νησί, όμως τα χρώματα της φύσης εναλλάσσονται πιο δυναμικά με το γαλάζιο της ήρεμης θάλασσας και τα πολύχρωμα χρώματα των πολλών ευωδιαστών αυλών. Μυρτιές, κυπαρίσσια, κουμαριές, οπωροφόρα συμπληρώνουν ταιριαστά την πανδαισία της φύσης.
      Ο πλούσιος κάμπος και το γόνιμο έδαφος της περιοχής δεν είναι τυχαία. Η περιοχή από την αρχαιότητα έχει επάρκεια σε υδάτινους πόρους. Από τις πηγές του Κεφαλόβρυσου του ποταμιού του Έγριπου, το οποίο ξεκινάει από τις ανατολικές παρυφές του λόφου των Αργυράδων και Νεοχωρακίου, για τις οποίες ο Ιωσήφ Παρτς αναφέρει ότι είναι «εκ των αφθονοτέρων απάσης της νήσου», υδρεύονται οι δημοτικές ενότητες Κορισσίων και Λευκιμμαίων. Αξίζει όμως να αναφέρουμε και τις πηγές των Βρεττών, στα νοτιοδυτικά των Αργυράδων   απ’ όπου πηγάζει ο ομώνυμος τράφος και το πηγάδι του Μελισσιού στον Άγιο Νικόλαο, από το οποίο υδρεύονται οι οικισμοί, Άγιος Νικόλας, Πετριτή, Κουσπάδες, Βασιλάτικα και Κορακάδες. Καθώς επίσης και τα παλιά κοινοτικά πηγάδια πόσιμου νερού όπως η Πόμπα στα Ζερβάτικα, το Μελίσσι στο Νότο, το παλιό πηγάδι στη θέση Μηλιά στους Ρουμανάδες, το ακόμα παλαιότερο πηγάδι ψηλά στο βουνό στη θέση του παλιού χωριού των Ρουμανάδων που ακόμα σώζεται, του Καλόγερου, του Νότου προς το Άρμενο και το Νέο Πηγάδι στη θέση Κουσκούλι, στου Κουντουγιάννη.


Πρώην νερόμυλος νυν αποθήκη στον Έγριπο.



         Στα άλλοτε πλούσια νερά του Έγριπου λειτουργούσαν τρεις νερόμυλοι, που άλεθαν όχι μόνο τα δημητριακά των κατοίκων του χωριού αλλά και της όλης της νότιας Κέρκυρας. Ο Πάνω Μύλος λειτουργούσε μέχρι το έτος 1973. Σήμερα ο μύλος έχει μετατραπεί σε κατοικία. Διασώζονται αρκετά οικοδομικά μέλη, όπως το λίθινο τεχνητό κανάλι νερού (μυλαύλακο), που οδηγούσε το νερό στη φτερωτή, αλλά και κάποιες εσωτερικές εγκαταστάσεις και λιθάρια. Στα 300 μέτρα, περίπου βρίσκεται ο Μεσιανός μύλος, ο οποίος έχει μετατραπεί σε αποθήκη. Ακόμα 300 μέτρα προς τον όρμο του Έγριπου βρισκόταν ο Κάτω  Μύλος από τον οποίο δυστυχώς δεν διασώζεται κανένα ίχνος.
        Το οικιστικό σύστημα της περιοχής παρουσιάζει στοιχεία διασποράς, σύμφωνα με τις ανάγκες των κατοίκων. Συγκεκριμένα, η κοινότητα Αγίου Νικολάου αποτελείται από τον ομώνυμο κεντρικό οικισμό και τους γύρω από αυτήν συνοικισμούς, Ρουμανάδες (άλλοτε χωριό), Ζερβάτικα, Νότος, Πλάγια, Κουντουγιάννης (Κοντογιάννης) και Πανωχώρι.


Άγιος Νικόλαος και στο βάθος Πετριτή.



      Ο κεντρικός οικισμός, ο Άγιος Νικόλαος βρίσκεται στην βορειοανατολική πλαγιά του βουνού και βλέπει το λιμάνι του Πετρετή. Οι γειτονιές του χωριού, από τα ονόματα ή παρατσούκλια κατοίκων του, είναι οι εξής: Μποϊκάτικα, Δουκάτικα, Καλουδάτικα, Ταμπουράτικα, Λεσσιάτικα, Λωνιδάτικα και Μπομπολάτικα. Η πλατεία (Φόρος) του χωριού (υψόμετρο 54), είναι ο τόπος συνάντησης των κατοίκων, το μέρος των οικονομικών δραστηριοτήτων. Εδώ βρίσκονται και τα γραφικά καφενεδάκια  όπου με συνοδεία ούζου, καφέ, μπύρας ή κρασιού, οι κάτοικοι ξεφεύγουν από τη δύσκολη καθημερινότητα, με παιχνίδια τράπουλας (κυρίως δηλωτή).


Δείγμα λαϊκού σπιτιού στον Άι Νικόλα.



        Ο Άγιος Νικόλαος δεν μπορεί να θεωρηθεί παραδοσιακός οικισμός, ούτε έχει αρχοντικά με οικόσημα, και παλιά δημόσια κτήρια ούτε καν γραφικά σοκάκια στρωμένα με κοβολάδα. Έχει όμως πειστήρια του μόχθου και του κόπου των ανθρώπων του για πρόοδο και προκοπή, όπως παλιά λουτρουβιά με τα σκόρπια πλέον λιθάρια, αλώνια, καμίνια, νταμάρια κλπ. Οι κάτοικοι του ασχολούνται εκτός από τα τουριστικά επαγγέλματα, με την ελαιοκομία, αμπελουργία, γεωργία, συμπληρωματική οικόσιτη κτηνοτροφία,  εσπεριδοειδή, ζαρζαβατικά και αλιεία. Η άλλοτε κύρια ασχολία, η καλαθοπλεκτική, βάση ζωής παλιότερα του τοπικού πληθυσμού, με τις μικρές οικογενειακές βιοτεχνίες έχει πλέον σβήσει. Οι παλιοί όμως θυμούνται με συγκίνηση και νοσταλγία την εποχή, που με το γαϊδουράκι τους, ή το άλογο, γεμάτο καλάθια αλώνιζαν όλη την περιοχή της νότιας Κέρκυρας για να πουλήσουν την πραμάτειά τους. Μια παραδοσιακή δραστηριότητα που συνιστά ένα τοπικό παραδοσιακό μικροπολιτισμό, με τις δικές του τεχνικές που σχεδόν έχει εκλείψει. Υπάρχει όμως και κάτι ακριβό και ανεκτίμητο. Η απλότητα, ο αυθορμητισμός  και η πηγαία καλοσύνη των κατοίκων, χαρακτήρας που δεν έχει αλλοιωθεί από τις σύγχρονες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης.

Μια εικόνα που σπανίζει στις μέρες μας.




















....Συνεχίζεται....
Γ. Δημουλάς


Τρίτη, 5 Μαρτίου 2013

Καστελλάνοι Μέσης



Συνεχίζοντας την γνωριμία των χωριών του νησιού μέσα από το πληκτρολόγιο και τη φωτογραφική μηχανή του κ. Δημουλά, που αποτυπώθηκαν στη "Σπερατζάδα τσου Κορφούς", σειρά έχουν οι Καστελλάνοι Μέσης.....


Άλλος ένας ήλιος δύει πάνω από τσου Καστελλάνους, όπως και τσου τελευταίους εφτά και βάλε αιώνες. Στο κέντρο, στο βάθος, στέκει η Υπαπαντή και τέρμα αριστερά ξεμυτίζουν οι Σιναράδες.




           Χωριό της Μέσης Κέρκυρας, σε σημείο επόπτευσης της περιοχής,  11 χλμ. νοτιοδυτικά της πόλης, σε υψόμετρο 160 μ. Ως οικισμός αναφέρεται σε πηγές ήδη το έτος 1381. Για την ονομασία του χωριού πολλά λέγονται. Κατά μία εκδοχή, η ονομασία προήλθε από τη λέξη «καστέλο», που σημαίνει οχυρό. Εκδοχή που σχετίζεται με εγκατάσταση φρουράς Βυζαντινών στρατιωτών, οι οποίοι δημιούργησαν οχυρό που μετεξελίχθηκε σε οικισμό. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, η ονομασία προήλθε από τη σχετική λέξη καστελλανία (φρουρά), χωρίς να δημιουργηθεί κάποιο οχυρό. Ωστόσο, επικρατέστερη είναι η εκδοχή ότι η ονομασία του χωριού οφείλεται στο επώνυμο Καστελλάνος (που προήλθε από το αξίωμα του καστελλάνου, δηλαδή καστροφύλακα), το οποίο απαντάται σε νοταριακές πράξεις του 15ου αιώνα.  Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Σπύρο Ασωνίτη, το έτος 1446 αναφέρονται ως ιδιοκτήτες αμπελιών οι Μιχαήλ Καστελλάνος επιλεγόμενος Μαζαράκης και Σταμάτιος Καστελλάνος. Στην απογραφή του έτους 1583 το χωριό είχε 160 κατοίκους, το 1766 αναφέρεται με 352 κατοίκους, το 1879 είχε φτάσει τους 838 κατοίκους και το 2001 είχε 553 κατοίκους. 

Παντού υπάρχει ένας λέων του Άι Μάρκου.

     Την περίοδο των Άγγλων (1814-1864), η Ιόνιος  βουλή στις 18 Φεβρουαρίου 1850, με κοινοβουλευτική πράξη συνέστησε τα «Περιοχικά Επιχώρια Συμβούλια», τους προγόνους των μετέπειτα δήμων. Οι Καστελλάνοι, ως διοικητικό και στρατιωτικό άλλοτε, κέντρο της περιοχής, επιλέχτηκαν ως έδρα του Περιοχικού Επιχώριου Συμβουλίου Μέσης, μιας περιοχής που εκτεινόταν από τα Μοραϊτικα και τον Άγιο Ματθαίο μέχρι τους Κανακάδες και τα Γουβιά. Εν συνεχεία, το 1866, με το σχηματισμό των πρώτων δήμων, αποτέλεσε οικισμό του δήμου Μεσοχωριτών με έδρα τους Σιναράδες, ενώ το 1869 με τον μετασχηματισμό  των Δήμων ορίστηκε ως έδρα του Δήμου Μεσοχωριτών. Με Β.Δ. στις 31.8.1912 (ΦΕΚ 261/Α’/1912) οι Καστελλάνοι Μέσης αναγνωρίστηκαν ως κοινότητα, αποτελούμενη ακόμα από τους οικισμούς Ψωραροί (Άγιο Προκόπιο) και Καμάρα. Γρήγορα όμως οι δύο αυτοί οικισμοί, αναγνωρίστηκαν ως αυτόνομες κοινότητες, το 1919 και 1929 αντίστοιχα. Το 1940 ένας άλλος οικισμός, το Μπριαμάκι, ο οποίος το 1957 μετονομάστηκε σε Εσταυρωμένος, αναγνωρίζεται και προσαρτάται στην κοινότητα Καστελλάνων. Από το 1997 (ΦΕΚ 244/Α’/1997) η κοινότητα Καστελλάνοι Μέσης, αποτελεί οικισμό του Δήμου Αχιλλείων (τοπική κοινότητα σήμερα της Δημοτικής Ενότητας Αχιλλείων του ενιαίου δήμου Κέρκυρας). Τρανή επιβεβαίωση των Καστελλάνων Μέσης, ως διοικητικό, οικονομικό, θρησκευτικό και εμπορικό  κέντρο της περιοχής Μέσης, αποτελούν  το Υποθηκοφυλακείο, το Ειρηνοδικείο (σήμερα Πταισματοδικείο), το Ταχυδρομείο (άλλοτε), το Αστυνομικό Τμήμα (άλλοτε), συμβολαιογραφείο και άλλες υπηρεσίες και αξιόλογα κτήρια.


Η Υπαπαντή, πιστή σύντροφος των Καστελλάνων και συνταξιδιώτριά τους στο χρόνο. Η μορφή της βέβαια ανάγεται σε πιο πρόσφατες εποχές.

            Οι Καστελλάνοι Μέσης έχουν πολλούς ναούς με μεγάλη ιστορία, ωραιότατες εικόνες, μεγάλων ζωγράφων - αγιογράφων, ιερά κειμήλια, κτητορικές επιγραφές, ταφικά μνημεία κλπ, που κοσμούν όχι μόνο το χωριό αλλά και όλη την Κέρκυρα. Μητροπολιτικός ναός του χωριού είναι η Υπεραγία Θεοτόκος Υπαπαντή, που δεσπόζει σε λόφο στα νότια του χωριού. Αναφέρεται εγγράφως ήδη το έτος 1420. Σε νοταριακές πράξεις του έτους 1497 εμφανίζεται ως αδελφότητα, με μέλη από τα χωριά Βιρός, Γαστούρι, Κυνοπιάστες, Κουραμάδες, Καλαφατιώνες, Καστελλάνοι και ορίζεται ο ιερουργός Νικόλαος Φλεβοτόμος «να τελεί την εορτή του ναού την ημέρα της Πεντηκοστής σύμφωνα με την συνήθεια, ενώ δεν έπρεπε να παραλείπει και την τέλεση της παλαιάς εορτής του ναού στις 2 Φεβρουαρίου». Για την Υπαπαντή η παράδοση λέει ότι άτεκνη γυναίκα βρήκε στο κτήμα της την θαυματουργή εικόνα της, την οποία ενώ την πήρε και την τοποθέτησε στο εικονοστάσι της, η εικόνα με θαυματουργό τρόπο επέστρεφε στο σημείο όπου αρχικά είχε βρεθεί. Στο σημείο αυτό, η γυναίκα, αποφάσισε να κτίσει την εκκλησία. Άλλος ναός παλαιότατος είναι αυτός της Υ.Θ. Οδηγήτριας, ο οποίος είναι γνωστός μέσω διαθήκης του έτους 1498, όπου άγνωστη διαθέτρια ορίζει στον κληρονόμό της να δώσει τρία δουκάτα «οπόταν ήθελε γένη η μονή της Οδηγήτριας». Επίσης, αναφορά του 1514 χαρακτηρίζει «παλαιό» τον ναό του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος σήμερα αντιπροσωπεύεται από  σωρό ερειπίων. Οι παλαιότεροι θυμούνται τοιχογραφίες στο ιερό, αν και ήταν ήδη ξεσκέπαστος. Κατά την παράδοση, οι καμπάνες του Αγίου Γεωργίου ρίχτηκαν σε παρακείμενο πηγάδι, για να μην τις πάρουν επιδρομείς. Στην κεντρική πλατεία του χωριού βρίσκεται ο Άγιος Σπυρίδων, ναός ο οποίος υπήρξε κτητορικός της οικογένειας Παγκράτη, από το 1730 περίπου. Επίσης, ο ναός του Αγίου Νικολάου, δίπλα στο αρχοντικό Καπάδοχα αναφέρεται ήδη, από το έτος 1623, ως μετόχι των Αγίων Ιάσωνος και Σωσιπάτρου στον Ανεμόμυλο, ενώ μέσα στο χωριό  υπάρχει ακόμα  και ο  ναός του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου και στο δρόμο για την Καμάρα, ο Άγιος Δημήτριος. Άγνωστο παραμένει εάν στον οικισμό Εσταυρωμένος, πρώην Μπριαμάκι (έως το 1957) υπήρξε ομώνυμος ναός.

Η Ζωοδόχος Πηγή του Πρόσπερου Μαρίνη.





            Ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα των Καστελλάνων Μέσης αποτελεί και το μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής ή Χρυσοπηγής, του ιππότη Πρόσπερου (Πρόσφορου) Μαρίνη (1637-1694).  Το μοναστήρι χτίστηκε το 1688 στην περιοχή που ακόμα και σήμερα λέγεται Μοναστήρι. Με διαθήκη του, ο Μαρίνη, όρισε ότι η μεγάλη περιουσία του θα χρησιμοποιηθεί για την ίδρυση σχολείου στην πόλη και ενός ακόμη στο μοναστήρι του, ώστε όλα τα παιδιά του χωριού να μορφώνονται δωρεάν - όραμα που έγινε πραγματικότητα το 1765. Όσον αφορά τη περίφημη διαθήκη,  έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα, τις όποιες παρεξηγήσεις αποσαφηνίζει η Παναγιώτα Τζιβάρα στην εργασία της «Σχολεία και δάσκαλοι στη Βενετοκρατούμενη Κέρκυρα (16ος – 18ος αι.)».  Ο τάφος του Μαρίνη βρίσκεται εντός του ναού, ενώ έξω από την κόγχη του ιερού βρίσκεται ο τάφος του μεγάλου ζωγράφου Τεν Φλωριά (1897-1969). Σε αυτό το χώρο των 70 στρεμμάτων, στεγάζεται πλέον το σχολικό κέντρο, της περιοχής Μέσης όπου φιλοξενεί Γυμνάσιο και ένα από τα τρία Λύκεια της υπαίθρου. Στον ίδιο χώρο βρίσκεται και το κτήριο του Ηγουμενείου, που μετατράπηκε σε Ειρηνοδικείο αργότερα και Πταισματοδικείο σήμερα.  Στην απέναντι μεριά του δρόμου βρίσκεται το Δημοτικό σχολείο, σε κτήριο που ανακατασκευάστηκε και διατηρεί την ονομασία Παλιοδικαστήρια. Λίγο δυτικότερα βρίσκεται και το αθλητικό κέντρο της περιοχής. Παλαιότερα εκεί υπήρχε το πηγάδι Μοσκιά και δεξαμενή (βάσκα), που μπαζώθηκαν τη δεκαετία του 1980 για τις ανάγκες του αθλητικού κέντρου.
Το κιγκλίδωμα ορίζει τον τάφο του Τεν Φλωριά που κοσμείται από επιτύμβιες graffitικές επιγραφές, χρονολογούμενες στον 21ο αιώνα μ.Χ.


            Φημισμένος είναι και ο γεννημένος στους Καστελλάνους, μεγάλος ζωγράφος Τεν Φλωριάς, με την πλούσια καλλιτεχνική του δράση. Τον διαδέχτηκε ο διακεκριμένος ζωγράφος Δημήτρης Άνθης (1925-1991), δημιουργώντας παράδοση για το χωριό.

Πέτρινο περιθύρωμα και κοβολάδα. Όψεις παραδοσιακής αρχιτεκτονικής.

            Το χωριό είναι παραδοσιακό (ανακυρήχθηκε παραδοσιακός οικισμός το 1978), γραφικά σοκάκια, ευωδιαστές αυλές, μπότζοι, πορτόνια με ανάγλυφα οικόσημα, πηγάδια, παλιά κτήρια, λιθάρια και λουτρουβιά συνθέτουν μια εικόνα σεβασμού στην τοπική αρχιτεκτονική, χωρίς να λείπουν και κάποιες μοντέρνες παραφωνίες, που όμως δεν αναιρούν την συνολικά καλή εικόνα. Εντυπωσιακά μνημεία του παρελθόντος είναι και τα δυο αρχοντικά τους χωριού, του Καπάδοχου (ερειπωμένο πλέον και ζωσμένο με διάφορους μύθους για μόρους) και του παπά Άγγελου Πανάρετου (Παπάγγελου). Σημείο αναφοράς και συνάντησης όλων των κατοίκων αποτελεί η μεγάλη πλακόστρωτη κεντρική πλατεία (φόρος), δίπλα στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνος, όπου βρίσκεται και το μνημείο των πεσόντων. Οι κάτοικοι του χωριού από παλιά ασχολούνται, στη εύφορη γη τους, με την ελαιοκομία, αμπελουργία, γεωργία και τις τελευταίες δεκαετίες, με τουριστικά επαγγέλματα.


Το επιβλητικό κουφάρι του αρχοντικού του Καππάδοχα.



            Το χωριό αποτελείται από τους συνοικισμούς Εσταυρωμένος και Μανδούκι Καστελλάνων που χωρίζεται στις γειτονιές, Πηλός (εδαφωνυμικό τοπωνύμιο) και Αργιάς (επίσης εδαφωνυμικό τοπωνύμιο) και στις γειτονιές του χωριού: Τσαφαλάτικα, Τζαουστία (από παρατσούκλι), Παγκρατέικα, Μαστρατζάνη, Κατσικάτικα, Χυτηράτικα, Παναρατέικα (κοινός Κολονάκι, για τους ντόπιους).

Ο κοιμώμενος γίγαντας στο βάθος, το βουνό των Αγίων Δέκα.




            Παλαιότερα επώνυμα κατοίκων του χωριού, του 16ου και όχι μόνο, αιώνα είναι τα εξής: Παγκράτης, Παϊπέτης (1446), Βάρβαρης (Βάβαρης), Κούνας, Χαλκιάς, Ασονίτης, Καστελλάνος (1446), Καλόπουλος, Καρίδης, Πανάρετος (αρχές 16ου αιώνα), Σκαρπέτης, Παραμονής, Γγιόλμας, Γουλιαρμής, Γούναρης, Κοκίνης,  Μέμος, Μούρεσης, Καράμαλης, Κολοβός, Καρίδης και Σούκερας (η ορθογραφία είναι όπως αναφέρονται στις πηγές). 
            Πιστοί στις παραδόσεις και στα έθιμα οι Καστελλανίτες  διοργανώνουν κάθε χρόνο δύο πανηγύρια, της Πεντηκοστής και της Υπαπαντής, καταγεγραμμένα ως μεγάλα γεγονότα για ολόκληρη την περιοχή της Μέσης, ήδη έξι αιώνες νωρίτερα. Σημειώνεται ότι μέχρι πριν από δώδεκα περίπου χρόνια  γινόταν και το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής. Τα πολιτιστικά δρώμενα του χωριού κοσμούσε με την παρουσία της η χορωδία «Άγιος Σπυρίδων», η οποία είναι πλέον ανενεργή. Να σημειωθεί ότι στο χωριό υπάρχει, από το 1984, ένας πολύ δραστήριος πολιτιστικός σύλλογος, με έντονη δραστηριότητα, δρώμενα και εκδηλώσεις. Διαθέτει χορευτικό τμήμα ενηλίκων με 18 άτομα και παιδικό με 10 άτομα, ενώ μέχρι πριν λίγα χρόνια διέθετε και χορωδία. Από τις εκδηλώσεις του πολιτιστικού συλλόγου ξεχωρίζει η «Μέρα κερκυραϊκών γεύσεων» που διοργανώνεται κάθε Απρίλιο, σε συνεργασία με τη Λέσχη Αρχιμαγείρων Κέρκυρας.


Πρόσφορος Μαρίνης ποζάρει καμαρωτός επιδεικνύοντας τα trend της εποχής του.



Πηγές

  • Σπύρος Ν. Ασωνίτης «Η Κέρκυρα και τα ηπειρωτικά παράλια στα τέλη του Μεσαίωνα (1386-1462)», εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS, Θεσσαλονίκη 2009.
  • Σπύρος Ν. Ασωνίτης «Ανδηγαυική Κέρκυρα (13ος-14ος αι.)», εκδ. Απόστροφος, Κέρκυρα 1999.
  • Σπύρος Χρ. Καρύδης ‘Εκκλησιαστική Γεωγραφία της Κέρκυρας τον 19ο αιώνα. Ο κατάλογος κλήρου και ναών του έτους 1820» εκδ. Απόστροφος, Κέρκυρα  2004.
  • Σπύρος Χρ. Καρύδης «Ορθόδοξοι ναοί της Κέρκυρας τον 15ο αι.», Βυζαντιακά τόμος 19 (1999), Θεσσαλονίκη 1999.
  • Γεράσιμος Δημουλάς «ΚΕΡΚΥΡΑ απ’ όπου χαράζει ως όπου βυθά», εκδ. ΑΛΚΙΝΟΟΣ, Κέρκυρα 2011.
Γεράσιμος Δημουλάς