Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Κατζατζάροι…. πίνιες και ερείπια





Πίνιες και ερείπια… Εναλλακτικές απόψεις περί πρασίνου συναντούν απόηχους του χθες συνθέτοντας τσου Κατζατζάρους. Μια τοποθεσία με ξεχωριστή ταυτότητα, ολίγον τι ασυνήθιστη για το νησί. Είναι γι’ αυτούς που μπούχτισαν, ένα μπουτσούνι, από την γκριζοπράσινη παντοκρατορία των λιόδεντρων.

Εις τους Κατζατζάρους.


  Το τοπίο ορίζεται από λόφους στα πόδια των οποίων χαράσσουν την πορεία τους διακλαδιζόμενες ρεματιές, σχηματίζοντας έτσι έναν λαγκαδότοπο. Συνάμα, το αγκαλιάζει σφιχτά η οργιώδης βλάστηση που συντηρείται από τα παγιδευμένα νερά. Η ατμόσφαιρα που το περιβάλλει είναι έντονα φορτισμένη με υγρασία, αποδίδοντας, σχεδόν, μια υφή στον αέρα. Ανάμεσα σ’ αυτά, εδώ και εκεί, ξεφυτρώνουν κάποια χαλάσματα περασμένων εποχών, παραδομένα πλέον στο περιβάλλον που τα φιλοξενεί.

Παρά την επιδρομή των κισσών, το αγροτόσπιτο ακόμη επιδεικνύει περήφανα τον μπότζο του.

Περπατώ μες στο δάσος.....

            Η τοποθεσία είναι γνωστή με το όνομα Κατζατζάροι τουλάχιστον από το 1753, όπως αποκαλύπτει εκκλησιαστικός κατάλογος εκείνης της χρονιάς. Και από βγαίνουν αυτοί οι Κατζατζάροι; Σύμφωνα τις απόψεις ερευνητών, από τον Κατετζάρο, έναν άρχοντα που κατείχε χτήματα στην περιοχή.

Αγροικία μακρινών εποχώνε.



  Ο χώρος στο χθες δεν ήταν ούτε έρημος, μήτε αχρησιμοποίητος. Ιστορικά έγγραφα αποδεικνύουν πως ο πυρήνας της περιοχής, επί Ενετοκρατίας, ανήκε στην βαρονία Μπάρμπαρο (ή Ράλλη-Φραγκώνη). Ήταν μια από τις βαρονίες του νησιού, στις οποίες υπάγονταν, συνολικά, πάνω από το ½ τση Κορφιάτικης γης και εκτελούσαν τις αγροτικές τους εργασίες ακτήμονες ποπολάροι, μέσω επαχθών αγροληπτικών σχέσεων. Επιπλέον πληροφορίες για το μέρος, τα χαρακτηριστικά και τις ιδιοκτησίες της γης μας δίνει σωζόμενο σχετικό τοπογραφικό των τελών του 18ου αιώνα. Ταυτόχρονα, επί τόπου τεκμήρια μαρτυρούν την έστω και αραιή ανθρώπινη δραστηριότητα. Ρημαγμένα αγροτόσπιτα, κάποια από τα οποία ανάγονται στα Βενετσιάνικα χρόνια αφού είναι σημειωμένα στο προαναφερθέν τοπογραφικό, το αρχοντικό του Σπάθα, ξεχασμένες οχτιές, καθώς και ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Γεωργίου που το 1753 καταγράφεται ως ιδιωτικός, ανήκων στην βαρονία Μπάρμπαρο ο οποίος ωστόσο, όπως έδειξαν οι έρευνες του ιστοριοδίφη Κώστα Γραμμένου, είναι αρκετά παλαιότερος αφού ήταν ήδη υπαρκτός το 1514 και ανήκε στον γαιοκτήμονα της περιοχής μισέρ Ιάκωβο Ράλλη.
Η βλάστηση, μόνιμη προσκυνήτρια, υπό το ξεθωριασμένο βλέμμα Αγίων, ....

...στον Άι Γιώργη.





         Η χλωρίδα της τοποθεσίας έχει τις ιδιομορφίες της, καθότι, αναπάντεχα, τα λιόδεντρα αποτελούν μειοψηφία. Δεν είναι γνωστό αν η αιτία αυτού του γεγονότος σχετίζεται με το έδαφος ή με τον προσανατολισμό της αγροτικής καλλιέργειας των χρηστών ή ιδιοκτητών της γης. Ξεχωρίζουν κυρίως οι λυγερόκορμες κουκουναριές με τις πυκνές, καταπράσινες κορώνες τους, οι βελανιδιές και οι καστανιές με τα αγκαθωτά στολίδια τους. Όλες μαζί σκορπούν απλόχερα, κατά το φθινόπωρο, πίνιες, βελανίδια και κάστανα απλώνοντας ένα αλλόκοτο διακοσμητικό μοτίβο στο έδαφος. Ουσιαστικά η περιοχή αντανακλά την εικόνα που παρουσίαζε η βλάστηση της Μέσης Κέρκυρας κατά το μακρινό παρελθόν, πριν την επέλαση των λιόδεντρων, οπότε έχει έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Σ’ αυτό συντελούσε και το ωραιότατο κουκουναρόδασος που σχηματιζόταν, μια φορά και έναν καιρό, στους Κατζατζάρους. Σήμερα όμως αποτελεί ανάμνηση αφού προσφέρθηκε ως θυσία στην καταστροφική πυρκαγιά του 2000. Το μνημείο του άλλοτε κραταιού κουκουναρόδασους ορίζουν οι όρθιοι καμένοι κορμοί των κουκουναριών. Πλάι τους η φύση έχει αρχίσει διαδικασίες αναγέννησης, αλλά θα πάρει χρόνια για να φτάσει τις δόξες του παρελθόντος. Αν τα καταφέρει…

Εικόνα βλάστησης βγαλμένη από το μακρινό παρελθόν.


Φθινοπωρινό μοτίβο (Με πευκοβελόνες αντί για πίνιες).


Καμμένοι κορμοί, μνημεία του κουκουναρόδασους.










  Γιατί «αν τα καταφέρει»; Επειδή οι πιθανότητες επιβίωσης των Κατζατζάρων είναι λίγες αφού βρίσκονται μονίμως υπό καθεστώς απειλής. Οι ελάχιστες συστάδες των δέντρων και τα λιγοστά μέλη της πανίδας που έχουν απομείνει κινδυνεύουν με εκμηδενισμό, καθότι επί ετήσιας, σχεδόν, βάσης πυρκαγιές θερίζουν ανηλεώς το μέρος. Φυσικά η συχνότητα τέτοιων φαινομένων δημιουργεί βάσιμα ερωτήματα για το κατά πόσο αυτά είναι τυχαία. Οι υπόλοιποι παράγοντες περιβαλλοντικής υποβάθμισης συνίστανται κλασικά στη ρίψη μπάζων και σκουπιδιών, παρά την ύπαρξη πινακίδων που απαγορεύουν κάτι τέτοιο και στην οικοπεδοποίηση. Αυτά συμβαίνουν όταν γειτονεύεις μ’ αθρώπους…..

Δύο επιζώντες και το καμμένο κουφάρι της υπεραιωνόβιας καστανιάς.

Παρά το βαθύ τραύμα ο αγώνας για την κατάκτηση των ουρανών συνεχίζεται....

Κάπως έτσι, οι Κατζατζάροι, αναμειγνύοντας ιστορία με φύση, προσφέρουν ερεθίσματα για περιπλανήσεις στο χρόνο και στο χώρο. Παρότι μάχονται άνισα ενάντια στον εκφυλισμό τους, ακόμη καταφέρνουν να συντηρούν κάποιες γωνίες ελκυστικές για όσους αποζητούν μια μικρή απόδραση στο διαφορετικό. Κάτι που ίσως θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τοπικούς φορείς για την οργάνωση περιπατητικών διαδρομών. Αλλά και να μην πραγματοποιηθεί αυτό, το πιθανότερο δηλαδή, μονοπάτια και χωματόδρομοι υπάρχουν, η περιήγηση είναι εύκολη, οπότε ..... ασκωθείτε και προβατείστε..

Λιόδεντρα... απέχετε.


Σκάλες που οδηγούν στο χθες...

...και μια αιώνια επίκληση προς τα ουράνια.




Πηγές
  • Κερκυραϊκές αρχοντικές αγροικίες Μέσης Κερκύρας, πρώην δήμων Κερκυραίων και Αχιλλείων – Κ. Δ. Καραμούτσος
  • Ναοί και Μοναστήρια Κέρκυρας, Παξών και Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα - Καπάδοχος Χρ. Δημήτριος
  • Η νήσος των Κορυφών το 16ο αιώνα – Χ. Κόλλας
  • Ο.Π.
  • Άρθρο Κώστα Γραμμένου για τους Καλαφτιώνες

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Σιναράδες

Ο κ. Δημουλάς μέσα από το κείμενό του και τις φωτογραφίες του, μας καλεί να γνωρίσουμε το παραδοσιακό και ιστορικό χωριό των Σιναράδων. Το άρθρο προέρχεται από την "Σπερατζάδα τσου Κορφούς".


    Παραδοσιακό χωριό στη Μέση Κέρκυρα (ανακυρήχθηκε παραδοσιακός οικισμός το 1978), 12 χλμ. δυτικά της πόλης, φωλιασμένο στη χαμηλή πλαγιά κατάφυτου λόφου από ελιές, κυπαρίσσια, αμυγδαλιές και πεύκα, με μέσο υψόμετρο 170 μ. Για την ονομασία του χωριού υπάρχουν τρεις εκδοχές. Η πρώτη υποστηρίζει ότι προήλθε από τους πολλούς γεωργούς του χωριού και τη ευρεία χρήση της αξίνας (τσαπί). Οι πολλοί αξιναράδες λοιπόν λέγεται πως έδωσαν με την παραφθορά του χρόνου την ονομασία Σιναράδες. Η δεύτερη εκδοχή λέει ότι η ονομασία αυτή, προέκυψε λόγω της μεγάλης παραγωγής κρασιού, που πολλές φορές ξέμενε με αποτέλεσμα το ξίνισμά του. Έτσι, η έντονη μυρωδιά του τόπου, από αυτό το ξίνισμα έδωσε στους κατοίκους του χωριού την ονομασία ξιναράδες, που μετετράπη με τον καιρό σε Σιναράδες. Η τρίτη και λογικότερη εξήγηση υποστηρίζει ότι το Σιναράς ή Σίνης, επώνυμο του πρώτου οικιστή του χωριού, ήταν η αιτία της αυτής της ονομασίας. Επώνυμο που πρέπει να χάνεται στα βάθη του χρόνου, γι’ αυτό και δεν έχει εντοπιστεί σε γραπτές πηγές.

Άποψη των Σιναράδων από τσου Καλαφατιώνες.

     Εγγράφως το χωριό απαντάται από τα μέσα του 14ου αιώνα, ενώ από το 1479 και μετά οι αναφορές σ’ αυτό πληθαίνουν. Όμως αρχαία ευρήματα, στην αγροτική τοποθεσία Ύψος, ένα  χλμ. έξω από το χωριό, όπου βρέθηκαν τάφοι ρωμαϊκής εποχής, μας οδηγούν στο συμπέρασμα της συνεχούς κατοίκησης του χώρου από την αρχαιότητα. Στην ευρύτερη περιοχή έχουν ακόμα βρεθεί παλαιολιθικά λίθινα σύνολα. Ερωτηματικά δημιουργούνται επίσης, από κάποιες μεγάλες τετραγωνισμένες πέτρες τοποθετημένες σε λιθιές, πιθανώς απομεινάρια  αρχαίου κτίσματος, στο λόφο του Ταξιάρχη, κοντά στον ομώνυμο ναό.

Στράτες...





... και ρούγες.
      Διασώζονται στο χωριό, που έχει πυκνή δόμηση, σπίτια της ενετικής ακόμη εποχής, πλακόστρωτα δρομάκια, πορτόνια με ανάγλυφα οικόσημα, παραδοσιακοί μπότζοι (μπαλκόνια), πέτρινα πηγάδια, καπνοδόχοι και άλλα παραδοσιακά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Υπάρχει επίσης, στο κέντρο του χωριού το μνημείο των πεσόντων, χτισμένο το 1959 προς τιμήν των συγχωριανών που έπεσαν υπέρ της πατρίδος σε διάφορους πολέμους, από το 1897 και μετά. Το χωριό χωρίζεται σε γειτονιές, με ονομασίες όπως το Κατωχώρι, το Πανωχώρι, το Πεταλωτό, τα Αλαμανάτικα, τα Πηγιάτικα, τα Γραμμενάδικα, τα Σαγιάτικα και άλλες. Στα  αξιοθέατα του χωριού, περιλαμβάνεται και το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Μέσης Κέρκυρας (ιστοσελίδα: http://cmm.corfuculture.gr/ ), το οποίο ιδρύθηκε, με εμπνευστή του τον εκπαιδευτικό Νίκο Πακτίτη, το 1982 από την Ιστορική – Λαογραφική Εταιρεία Κέρκυρας και στεγάζεται από το 1989 στη γραφική γειτονιά του Αϊ Γιάννη. Πρόκειται για ένα διώροφο οίκημα, διαρρυθμισμένο σαν παραδοσιακό σπίτι των αρχών του αιώνα, με ενδιαφέροντα εκθέματα σκευών και επίπλων, κεραμικά (όπως  ρωμαϊκός αμφορέας), μια βαλσαμωμένη χελώνα καρέτα – καρέτα, μια παπυρέλα (παραδοσιακό παμπάλαιο σκάφος φτιαγμένο από βούρλα), τμήμα αμερικανικού αεροπλάνου που χτυπημένο έκανε αναγκαστική προσγείωση στο λιβάδι του Ρόπα (25-9-1944), αγροτικά εργαλεία, παραδοσιακή φορεσιά, εργαστήρι τσαγκαρικής, παλιές φωτογραφίες και πολλά άλλα.

Η πιατσέτα με το μνημείο των πεσόντων.

Το λαογραφικό μουσείο.
     Στην αρχή του χωριού, στον κεντρικό δρόμο που το διασχίζει, κοντά στο ναό του Αγίου Νικολάου, δεσπόζει το επιβλητικό αρχοντικό της οικογένειας Βασιλάκη (νεοκλασικού ρυθμού). Ορθώνεται μέσα σε χώρο 2,5 στρεμμάτων και  περιβάλλεται από κήπο με οπωροφόρα δέντρα, διακοσμητικά φυτά και άνθη, το οινοποιείο, το αμαξοστάσιο, τις ελαιοαποθήκες και όλους τους άλλους χώρους των μεγάλων αρχοντικών της εποχής. Σήμερα με την ονομασία «Παλούμπι» (παλιό τοπωνύμιο της θέσης), η έπαυλη λειτουργεί ως ξενώνας πολυτελείας. Για τους Βασιλάκη, λέει ο μύθος, ότι ήταν η πιο φτωχή οικογένεια του χωριού και ζούσε σε μια καλύβα. Μια μέρα η σύζυγος του Βασιλάκη, βρήκε ένα μπαούλο να πλέει στη θάλασσα. Το μπαούλο ήταν γεμάτο λίρες και κοσμήματα και ήταν η αιτία να γίνει η οικογένεια πάμπλουτη. Από την οικογένεια ξεχώρισε, μεταξύ άλλων, ο διάσημος πιανίστας Άθως Βασιλάκης που έκανε διεθνή λαμπρή καριέρα (πληροφορίες για το αρχοντικό αντλήθηκαν από το βιβλίο Κερκυραϊκές Αρχοντικές Αγροικίες Δήμου Παρελείων του αείμνηστου Κωνσταντίνου Καραμούτσου).   

Το αρχοντικό Βασιλάκη.


   Στο χωριό υπάρχουν πολλές παμπάλαιες εκκλησίες. Ξεχωρίζει ο μητροπολιτικός ναός του Αγίου Νικολάου και Αγίου Σπυρίδωνος, τρίκλητη βασιλική με πανύψηλο πυργωτό καμπαναριό και μπλε ρολόι (ανεγέρθηκε το 1953). Στο ναό υπάρχουν επίσης λείψανα του Αγίου Χαραλάμπους και του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου. Ο ναός του Αγίου Νικολάου και Αγίου Σπυρίδωνος, μαζί με τους ναούς της Υ.Θ. Παναγίας Παντάνασσας (δικλήσι και προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου) και του Εσταυρωμένου Χριστού (δικλήσι και προς τιμήν του Αγίου Στεφάνου) κατά τον πόλεμο 1940-41 είχαν μετατραπεί σε νοσοκομειακές μονάδες (θεραπευτήρια) για τους τραυματίες του αλβανικού μετώπου (στο αρχοντικό Βασιλάκη λειτουργούσε το χειρουργείο). Άλλοι ναοί είναι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, στην ομώνυμη παραδοσιακή γειτονιά, της Υπεραγίας Θεοτόκου (ή Κασσωπίτρας) και Αϊ Λιά εις την παραλιακή περιοχή Δεχουμένες, ο ναός του Αγίου Θεόκτιστου & Κοίμησεως της Θεοτόκου στο λόφο του Αερόστατου, ο νεκροταφιακός ναός της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας και των Αγίων Πάντων στα βορειοανατολικά του χωριού, ο ναός του Αγίου Αθανασίου και της Αγίας Μαρίνας στο Κατωχώρι, ο ναός της Υ.Θ. Φανερωμένης στην παραλία Άγιος Γόρδιος, η Υ.Θ. Ευαγγελίστρια που βρίσκεται στο λόφο του Ταξιάρχη και παραδίπλα ο Ταξιάρχης Μιχαήλ σε υψόμετρο 236 με ωραία θέα.  Τέλος η Υ.Θ. Κυρία Δικαία και Αποστόλων Πέτρου & Παύλου (Κυρά Δικιά) στο ομώνυμο νησάκι, σε απόσταση 150 μέτρων από την ακτή. Για να ανέβεις πρέπει να διαβείς 137 σκαλοπάτια. Το νησάκι έχει μήκος γύρω στα 100 μέτρα και πλάτος περίπου 30 μ και υψόμετρο 20. Παλαιότερα λέγεται πως υπήρχε σκοινί από το νησάκι, που έφτανε στην απέναντι στεριά στη θέση Σημαντήρι. Αυτό το σήμαντρο χτυπούσαν παλιά οι καλόγεροι, σε περίπτωση ανάγκης ή εμφάνισης πειρατικού καραβιού στο πέλαγος. Ανοιχτά της Κυράς Δικαίας, στα βορειοδυτικά, βρίσκονται δύο βράχοι, ανάμεσα στους οποίους, ψαράδες είχαν βρει το πτώμα της νύφης, που πειρατές είχαν απαγάγει την ημέρα του γάμου της από τους Σιναράδες (άλλοι υποστηρίζουν από τον Πέλεκα). Από τότε, αυτοί οι βράχοι ονομάστηκαν «Της νύφης τα λιθάρια».

Το καμπαναριό του ναού του Άι Νικόλα και Άι Σπυρίδωνα.
Το νησάκι της Κυραδικιάς.






   Την περιοχή ομορφαίνει ένα μαγευτικό πευκοδάσος ανάσα δροσιάς και οξυγόνου, κυρίως τους πολύ καυτούς μήνες του έτους, που φτάνει σχεδόν μέχρι τα κύματα. Υπάρχει όμως και η τοποθεσία Αερόστατο με εντυπωσιακή θέα προς Άγιο  Γόρδη, Δεχουμένες, Πεντάτι κλπ. Εδώ, ο επισκέπτης πράγματι έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται σε αερόστατο και χαζεύει τα θεσπέσια δημιουργήματα της μητέρας φύσης. Η ευρύτερη περιοχή παλαιά ήταν βίγλα και λεγόταν «Βάρδια». Κοντά στις Δεχουμένες, λίγο βορειότερα,  υπάρχει ένας μεγάλος βράχος, «Το κοντράκι του Άη Λιά». Κάποτε, όπως αναφέρει η παράδοση εδώ στεκόταν ομώνυμη εκκλησία, η οποία παρέμεινε ως τοπωνύμιο. Άλλοι αποδίδουν την ονομασία, σε σκαλιστή εικόνα του Άη Λιά που φαίνεται, όπως υποστηρίζουν, από τη μεριά της θάλασσας.
Υ.Θ. Δεχούμενη.
    Μερικά από τα γνωστά επώνυμα του χωριού, τον 15ο και 16ο αιώνα είναι τα, Γραμμένος, Σαμοΐλης (απαντά ως Σαμόλης από το 1479), Πιθαμίτζης, Μαυρόπουλος, Βασιλάκης, Φράγγος, Τζακανέλης, Σγούρος, Αντιχωριάτης, Πηγής, Μολόχης, Σπαταλάς, Μανασής, Έπαρχος, Θεόδουλος, Λέισος, Ληντοβόης, Σαγιάς, Πακτίτης, Ασπιώτης, Μουζάκης και Ποταμίτης. Επίσης, ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τεκμήριο του 1521, κάποιοι κάτοικοι του χωριού με επώνυμα όπως Βασιλάκης, Γραμμένος, Σαμοΐλης, Μαυρόπουλος, Πηγής και άλλα, ανήκαν στους προνομιούχους Εξωκαστρηνούς. Επρόκειτο για μια κοινωνική ομάδα που απολάμβανε κάποιες απαλλαγές από φόρους και αγγαρείες και υποστηρίζεται πως σε παλαιότερες εποχές είχε και κάποιο αμυντικό ρόλο (Σ.Ν. Ασωνίτης - Οι Εξωκαστρηνοί της Κέρκυρας). Τα επώνυμα Βασιλάκης, Γραμμένος και Πηγής επιβιώνουν ως τις μέρες μας αποδεικνύοντας την συνεχή παρουσία τους στο χωριό από τα τέλη του 15ου αιώνα τουλάχιστον. 
    Στις 16-10-1940 η ονομασία του οικισμού «Συναράδες» διορθώθηκε σε Σιναράδες.  Το 1766 το χωριό είχε 686 κατοίκους, το 1803 είχε 1.124, το 1864 είχε 1.340 και το 2001 είχε 1.124 κατοίκους. Το 1866 οι Σιναράδες απετέλεσαν την έδρα του Δήμου Μεσοχωριτών,

Άποψη Άι Γόρδη από Δεχουμένες.

    Για τους φίλους της φύσης και του περιπάτου, τα πολλά μονοπάτια, που διακλαδίζονται προς το λόφο του Ταξιάρχη, τις Δεχουμένες και το λόφο του Άη Θόκτιστου, σίγουρα θα είναι μια διαφορετική απόλαυση και εμπειρία. Οι  διαδρομές ποικίλες, μπορεί κάποιος να επιλέξει να περπατήσει ανάμεσα από αιωνόβιους ελαιώνες, αμπέλια, πευκοδάσος, παρθένα φύση που καταλήγει σε άγρια αλλά πεντακάθαρη θάλασσα (αγριοπέλαγος για τους παλαιότερους), είτε στην κορυφογραμμή των λόφων. Το πολύχρωμο τοπίο, οι δαντελωτές ακτές, σμιλεμένες  θαρρείς από έμπειρους καλαφάτες, το απέραντο γαλάζιο του ουρανού που ενώνεται στο βάθος του ορίζοντα με το γαλαζοπράσινο της θάλασσας, συνθέτουν τέλεια οπτική απόλαυση που αξίζει κάποιος να τη χαρεί.

Γεράσιμος Δημουλάς