Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Στ’ αρχοντικό του Ανδρουτσέλη

Η κύρια είσοδος τ' αρχοντικού με τον Άι Νικολα.






            Απάνου στην κορφή ενός λόφου, κοντά στο Κεφαλόβρυσο, αποδομείται νωχελικά, σιωπηλό, με μόνη συντροφιά του απ' τα παλιά τον Άι Νικόλα, τ' αρχοντικό του Αδρουτσέλη. Αν και βαριά λαβωμένο και λησμονημένο, διατηρεί κάποια ψήγματα της αίγλης του χθες και δεν φαίνεται να πτοείται από την παρουσία των μοντέρνων βιλλών που έχουν ξεφυτρώσει δίπλα του. Προφανώς επειδή έχει ζήσει και δει πολλά περισσότερα πράματα απ' όσα μπορούν να φανταστούν οι γειτόνοι του. Γέννημα του κατεστημένου στα χρόνια των Βενετσιάνων, συγκέρασμα πτυχών τση ζωής αρχόντων και αρχόμενων από εποχές ξεχασμένες, αποτελεί, όπως και τ’ αδέρφια του, ένα πολύ ιδιαίτερο μνημείο.

Το απαλάτι τ' αρχοντικού με τους αποθηκευτικούς χώρους στο ισόγειο.



            Η σημασία και αξία του είχαν αναγνωριστεί από το κράτος και το 1976 εκδόθηκε ΥΑ η οποία αναφέρει: "Xαρακτηρίζομεν ως οίκημα χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας το ερειπωμένον αρχοντικόν Eνετοκρατίας της οικογενείας Θεοτόκη-Aνδρουτσέλη .... καθ' όσον τούτο κτισθέν κατά τας αρχάς του 18ου αιώνα αποτελεί εν εκ των πλέον χαρακτηριστικών δειγμάτων αρχοντικής κατοικίας μεγάλης Κερκυραϊκής οικογενείας, η δε μεγάλη εσωτερική αυλή του αποτελεί εν εκ των πιο γραφικών χώρων αρχιτεκτονικής εποχής Eνετοκρατίας εν Κερκύρα". Επίσης, πριν κάποιες δεκαετίες, φοιτητές της Αρχιτεκτονικής σχολής του ΕΜΠ αποτύπωσαν την κάτοψη και κάποιες όψεις του κτιριακού συγκροτήματος, διασώζοντας έτσι διάφορα στοιχεία που σήμερα έχουν χαθεί. Αυτή μελέτη είναι μια σημαντικότατη βάση επί της οποίας θα μπορούσε να στηριχθεί μια μελλοντική αναστήλωση. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια τέτοια προοπτική όμως. Έτσι τ’ αρχοντικό μένει έρμαιο του καιρού και της φύσης, προσμένοντας την οριστική κατάρρευση. Που να μην χαρακτηριζόταν κιόλας...

Πίσω απ' την κέντρική είσοδο, τα δυο τόξα που άλλοτε στήριζαν μια ξεχυτή.



            Πότε και πως γεννήθηκε το υποστατικό δεν είναι γνωστό. Σύμφωνα με τον κ. Καραμούτσο η αρχαιότερη φάση του θα μπορούσε να αναχθεί στο Μεσαίωνα αλλά η σημερινή του μορφή σίγουρα ανήκει σε πολύ πιο πρόσφατες εποχές. Ρητή αναφορά στ' αρχοντικό καθώς και στον Άι Νικόλα, έχουμε στην καταγραφή των ναών του νησιού το 1754, όπου αναφέρεται «εις ταις Χελάναις» ο ναός του Αγίου Νικολάου, «καπέλα (capella = παρεκκλήσι) του οσπιτίου του ευγενούς μισέρ κόντε Ανδρέου Θεοτόκη». Όμως ήταν ήδη συνδεδεμένο με τσου Θεοτόκηδες, συγκεκριμένα με τον κλάδο των Ανδρουτσέληδων, από τις αρχές του 18ο αιώνα, ίσως και παλαιότερα. Γενάρχης των Ανδρουτσέληδων ήταν ο Ιωάννης Θεοτόκης και το Ανδρουτσέλης λέγεται πως ήταν παρωνύμιο που του πρόσαψε η μητέρα του. Ο γιος του, Νικόλαος (1656-1731), ήταν ένας αρκετά δραστήριος κόντες. Κατατάχτηκε σε βενετσιάνικη γαλέρα το 1691 και ανελίχθηκε στην βαθμίδα του Sopracomito (κυβερνήτης) το 1692. Το 1693 λαμβάνει τον τίτλο του κόμη και το 1699, έχοντας γλυτώσει από τα γιαταγάνια και τις κανονόμπαλες των Τούρκων σε διάφορα μέτωπα, επανεγκαθίσταται στην Κέρκυρα και συγκεκριμένα στις Χελάνες, δοξασμένος και αποδεκτός. Αυτός φαίνεται πως έκανε αρκετές προσθήκες στο υποστατικό. Άλλες δράσεις του περιλάμβαναν έργα αποστράγγισης στο λιβάδι του Ρόπα, κατόπιν ανάθεσης από τους Βενετσιάνους, καθώς και συμμετοχή στην υπεράσπιση του νησιού κατά το ασέδιο του 1716. Ο προαναφερθείς μισέρ κόντε Ανδρέας Θεοτόκης, ήταν γιος του. Τ’ αρχοντικό, επίκεντρο δραστηριοτήτων για πολλές δεκαετίες, άρχισε να περιέρχεται σε παρακμή κατά τα τέλη 19ου αρχές 20ου αιώνα παρασυρμένο από το ρεύμα των κοινωνικών αλλαγών. Σήμερα είναι ακόμη υπό την ιδιοκτησία απογόνων του κλάδου.

Η κούρτη με το πηγάδι της.



            Από το περιτειχισμένο κτιριακό συγκρότημα, την πρώτη εντύπωση κλέβει η εντυπωσιακή, βενετσιάνικης τεχνοτροπίας με πέτρινο περιθύρωμα, πύλη, στη νότια πλευρά του. Την φρουρεί μόνιμα η εκκλησία του Αγίου Νικολάου, κτίσμα που όπως είδαμε υπήρχε ήδη το 1754 και εξυπηρετούσε τις θρησκευτικές ανάγκες των αρχόντων. Πίσω της ξανοίγεται η περίκλειστη κούρτη, στο κέντρο της οποίας πασχίζει να σταθεί όρθιο το πηγάδι τ' αρχοντικού. Στην αριστερή της πλευρά (δυτική) βρίσκονταν το λουτρουβιό, αποθήκες και άλλα βοηθητικά δωμάτια, από καιρό γκρεμισμένα. Μπροστά τους στεκόταν κάποτε, ένα από τα ιδιαίτερα στοιχεία του συγκροτήματος, μια περίτεχνη ξεχυτή, η οποία στηριζόταν σε δέκα τόξα που σχηματίζονταν από μια συστάδα έντεκα τούβλινων κολώνων. Σήμερα οι κολώνες κείτονται σωριασμένες, όμως μια γεύση της εικόνας που είχαν διασώζεται σε δύο άλλες, όρθιες, που βρίσκονται στην νοτιοανατολική πλευρά της κούρτης. Στήριζαν την ξεχυτή ενός άλλου βοηθητικού κτιρίου. Το κυρίως χτίσμα του υποστατικού ορθώνεται στη δεξιά (ανατολική) πλευρά της κούρτης, παραδομένο στην αγκαλιά υπερανεπτυγμένων αδηφάγων κισσών που το έχουν σχεδόν εξαφανίσει. Ένα ογκώδες κτίριο, του οποίου ο πρώτος όροφος φιλοξενούσε την οικία του κόντε ενώ το ισόγειο, χωρισμένο σε δωμάτια, χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος που διέθετε, μεταξύ άλλων και υπόγειο για τα κρασιά. Στο βόρειο τμήμα της πρόσοψής του, εξέχουν τα απομεινάρια ενός κομψού, στα νιάτα του, μπότζου που οδηγούσε στον πρώτο όροφο, ενώ κάπου από κάτω του φημολογείται πως ήταν το σαγράδο του αρχοντικού. Αλλά το εντυπωσιακότερο στοιχείο του χτιρίου ήταν η κατεδαφισμένη πια, βαρδιόλα, που υψωνόταν ενσωματωμένη στην ανατολική πλευρά του. Επρόκειτο για έναν πύργο - παρατηρητήριο παρόμοιο μ’ αυτόν στο αρχοντικό του Θεοτόκη στους Καρουσάδες. Τέλος, σχετιζόμενος με το υποστατικό, κρίνοντας από το προσωνύμιο του, πρέπει να ήταν και ο ανεμόμυλος του Ανδρουτσέλη, που στέκεται σακατεμένος γύρω στα 600μ νοτιοανατολικά.

Η κούρτη απ' τα νότια, στο βάθος βρισκόταν το λουτρουβιό.


Τα απομεινάρια του μπότζου.



            Η εικόνα παρακμής υπό το φόντο αδηφάγους βλάστησης που παρουσιάζει το ερείπιο, σε συνδυασμό με το ιστορικό του φορτίο, προσδίδουν στο άλλοτε μεγαλόπρεπο υποστατικό μια μυστηριακή, σχεδόν στοιχειωμένη, διάσταση. Ξανοίγεται έτσι ένα πεδίο όπου η ξαναμμένη φαντασία καλπάζει ελεύθερα έξω απ' το χρόνο. Τα λιθάρια ξαναγυρνούν, οι αγρολήπτες ξανάρχονται να δανειστούν, τα κάρα ξαναφορτώνονται, οι ξέστες ξαναγεμίζουν, οι επιστάτες ξαναφωνάζουν, όλα υπό το βλοσυρό βλέμμα του κόντε που στέκεται στο μπότζο και…. Αρκετά όμως. Το βουητό του ανέμου, το θρόισμα των κισσών και οι διαπεραστικές κραυγές του γερακιού μας προειδοποιούν ότι το στοιχειό του γερο-Ανδρουτσέλη χάνει την ψυχραιμία του. Είναι ώρα να αφήσουμε τ’ αρχοντικό στη νεκρική του γαλήνη....

Κλείνοντας την πύλη του χρόνου.



Πηγές

  • Κερκυραϊκές αρχοντικές αγροικίες (πρώην) Δήμου Παρελείων – Κ. Δ. Καραμούτσος
  • Ναοί και Μοναστήρια Κέρκυρας, Παξών και Οθωνών στα μέσα του ΙΗ΄ αιώνα - Καπάδοχος Χρ. Δημήτριος

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Λιμνών λόγια – μέρος στ΄



Λιμνοθάλασσα Χαλικιόπουλου

Η λιμνοθάλασσα από το βουνό των Αγίων Δέκα (φωτό Γ. Δημουλάς).



Η λιμνοθάλασσα Χαλικιόπουλου, μαζί με την Βλαχέρνα και το Ποντικονήσι, τους πολυφωτογραφημένους πρεσβευτές του νησιού, καθώς και με το αεροδρόμιο που φιλοξενεί στα σπλάχνα της, αποτελεί ίσως μια από τις πιο γνώριμες εικόνες της Κέρκυρας. Άλλωστε είναι και μια από τις πρώτες που δέχονται οι εξ ουρανών αφιχθέντες στο νησί. Γνώριμη λοιπόν είναι, αλλά κατά πόσο είναι και γνωρισμένη; Μάλλον όχι και πολύ γι’ αυτό ας κάνουμε μια προσπάθεια να τη μάθουμε λίγο καλύτερα.

Αεροπλάνα και παπόρια στην Χρυσίδα.




Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας της λιμνοθάλασσας φτάνουμε ως την αρχαιότητα, εποχή κατά την οποία, όπως μας διηγείται ο Θουκυδίδης στο έργο του, λειτουργούσε εκεί ο ένας εκ των δύο λιμένων που διέθετε η αρχαία πόλη και πρόγονος του σημερινού αερολιμένα, ο Υλλαϊκός λιμένας. Τόσο η άμεση γειτνίασή της με την πόλη, που τότε βρισκόταν στη χερσόνησο του Κανονιού, όσο και το κλειστό γεωγραφικό της σχήμα, την καθιστούσαν ελκυστική για τον ελλιμενισμό των πλοίων των Κορκυραίων. Με το πέρασμα των αιώνων και την εγκατάλειψη της αρχαίας πόλης ο Υλλαϊκός λιμένας περιήλθε σε αχρηστία, κάτι στο οποίο ήδη συντελούσαν ανέκαθεν οι προσχώσεις και η συσσώρευση λάσπης, επιπτώσεις της ροής των χειμάρρων που κατέληγαν στη λιμνοθάλασσα. Τα ίχνη του λιμένα σβήστηκαν εντελώς και σήμερα είναι δύσκολο να φανταστούμε την εικόνα του, δεδομένου ότι ο χώρος έχει γνωρίσει ριζικές αλλαγές και ότι οι ακτογραμμές έχουν προωθηθεί αρκετά προς το εσωτερικό της λίμνης. Συνεχίζοντας την πορεία της στον χρόνο, η λιμνοθάλασσα και η γύρω περιοχή, λόγω ευνοϊκής γεωγραφικής διαμόρφωσης, θα αποτελέσει πεδίο άσκησης παραγωγικών δραστηριοτήτων όπως ιχθυοτροφία, συγκομιδή αλατιού και γεωργία, επομένως θα αποκτήσει αξία. Μεσαιωνικές πηγές αναφέρουν ότι στα μέσα του 15ου αιώνα ήταν παραχωρημένη φεουδαλικά στην, προβηγκιανών καταβολών, οικογένεια de Hugoth (Διγότη ή Δελιγότη στα κορφιάτικα) και ονομαζόταν Νεκροθάλασσα, όνομα που ίσως υποδηλώνει την ύπαρξη παρακείμενου νεκροταφείου - αυτό στηρίζεται και από σχετικά ευρύματα σε παραλίμνιες περιοχές. Το 1469 ήταν μισθωμένη από τον βαρόνο Αρσένιο de Hugoth στον Κωνσταντή Χαλικιόπουλο, γεγονός που φανερώνει ότι ίσως ήδη να λειτουργούσε ιχθυοτροφείο εκεί και ταυτόχρονα αποκαλύπτει την αρχαιότητα του δεσμού της με την οικογένεια που θα της χαρίσει, μετά τον 16ο αιώνα, τη σημερινή της ονομασία. Πάντως, βιβάρι υπήρχε εκεί, τεκμηριωμένα, κατά τον 18ο αιώνα ενώ στα ασυνήθιστα συγκαταλέγεται η οργάνωση ιπποδρομιών επί Αγγλοκρατίας στο χώρο των πρώην αλυκών. Μεγάλη αλλαγή θα επέλθει κατά την έλευση του 20ου αιώνα όταν η λιμνοθάλασσα θα γνωρίσει μια νέα εποχή με την κατασκευή του αεροδρομίου, κρατώντας από τα παλιά μόνο το βιβάρι της.

Στη μπούκα, πίσω απ' την ΕΡΑ.




            Τα περίπου 1.7 km2 της αβαθούς υφάλμυρης λίμνης μαζί με τις παραλίμνιες περιοχές της, που στα βόρεια και στα δυτικά διασχίζονται από ρέματα και μικρές τάφρους, σχηματίζουν έναν διόλου αμελητέο υγροβιότοπο. Σ’ αυτό βοηθά και η πυκνή κατά τόπους βλάστηση που φύεται στις ακτές της, οι οποίες αποτελούν το βασίλειο της αρμυρίχας και των καλαμιών ενώ αραιά και που ορθώνεται και καμιά λεύκα. Ο χώρος προσελκύει μέλη της ορνιθοπανίδας, μάλιστα έχουν παρατηρηθεί περίπου 102 διαφορετικά είδη – κάποια σπάνια, αρκετά είδη ψαριών και οστρακοειδών, ερπετά και αμφίβια. Φυσικά η επιβαρυμένη κατάσταση και καταπόνηση του οικοσυστήματος της λίμνης έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις στα έμβια όντα, ειδικά στον πληθυσμό των ψαριών, ενώ παρατηρείται και ευτροφισμός στα νερά της. Έτσι θα προκαλεί ίσως έκπληξη το γεγονός ότι αναφέρεται πως έχουν παρατηρηθεί και βίδρες στην λίμνη. Σίγουρα δεν βρήκαν και το καλύτερο μέρος. Ας σημειωθεί επίσης, ότι η λιμνοθάλασσα αποτελεί τμήμα του ενταγμένου στο δίκτυο Natura 2000 υγρότοπου «Παράκτια θαλάσσια ζώνη από Κανόνι ως Μεσογγή».
Οι καλαμιώνες των ακτών, μέρος του υγροβιοτοπού που μπορεί να απολαύσει κανείς αναπαυόμενος στο χώρο που βρισκόταν το κιόσκι.

Τυπικά μέλη της χλωρίδας και της πανίδας που ευδοκιμούν ιδιαιτέρως στη λιμνοθάλασσα... και η περίφραξη μες το νερό.







          Ούσα στο επίκεντρο πολλών ανθρώπινων δραστηριοτήτων η λιμνοθάλασσα δέχεται μια ισχυρή πίεση που της έχει επιφέρει σημαντική περιβαλλοντική υποβάθμιση. Η βασική προφανής αιτία είναι φυσικά το αεροδρόμιο, αναπόφευκτη όμως λόγω της αναγκαίας λειτουργίας του. Άλλο σημαντικό πρόβλημα είναι η καταπάτηση του αιγιαλού της λίμνης. Το "ιδιωτικό" της παρελθόν, η αδιαφορία των αρχών και η ολιγωρία στη χάραξη της αιγιαλίτιδας ζώνης προξένησαν μια ασάφεια στο ιδιοκτησιακό καθεστώς του αιγιαλού. Αναπόφευκτα διάφοροι ιδιώτες προχώρησαν σε καταπάτηση, κατά τόπους περίφραξη -μέχρι και μέσα στο νερό μπορεί να δεις κανείς καρφωμένο πάσσαλο-, ακόμη και πώληση δημοσίων, ουσιαστικά, εκτάσεων. Συναφής με τις καταπατήσεις είναι και η καταγγελία για επιχωματώσεις και μπάζωμα των ακτών από σφετεριστές αφού υποστηρίζεται, βάσει παλαιών αεροφωτογραφιών, ότι σε κάποια σημεία η λίμνη έχει υποχωρήσει αισθητά και όχι από φυσικές αιτίες. Τέλος, δίπλα σ' όλα αυτά δεν θα μπορούσε να λείπει και η ούτως ή άλλως αναμενόμενη επιβάρυνση από σκουπίδια, λύματα και μπάζα που έχουν μετατρέψει τον υγροβιότοπο σε σκουπιδότοπο. Δηλαδή κάτι απόλυτα ταιριαστό σε τμήμα περιοχής ενταγμένης στο δίκτυο Natura 2000.


Πλείστες ευκαιρίες για μια απρόσκοπτη περιήγηση στις "δημόσιες" ακτές του υγροβιότοπου.
Το παρατηρητήριο ορνιθοπανίδας στην Χρυσίδα.

           Η τελική εντύπωση που αφήνει η εικόνα της λιμνοθάλασσας είναι ότι, παρόλη την καταπόνησή της, αναγκαία και μη, αποτελεί ακόμη ένα ζωντανό οικοσύστημα αλλά και ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του τόπου. Μπορεί να μην διαθέτει ιστορικά αξιοθέατα ούτε να φιλοξενεί σπάνια χλωρίδα και πανίδα, αλλά σίγουρα της αξίζει καλύτερη τύχη από την οικοπεδοποίηση ή την περιθωριοποίηση και τη μετατροπή της σε σκουπιδότοπο. Η παρουσία του αεροδρομίου περιορίζει τις δυνατότητες, αλλά δεν αποκλείει οριστικά παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να καταστήσουν κάποιες τοποθεσίες της επισκέψιμες. Όμως, η προστασία, αποκατάσταση και ανάδειξή της βρίσκονται σε εμβρυακό στάδιο χωρίς να δείχνουν τάσεις ενδυνάμωσης. Οι όποιες προσπάθειες δεν ευόδωσαν και έχουν καταλαγιάσει. Η Κοινότητα Καναλίων, ο Σύλλογος Προστασίας Υλλαϊκού Λιμένα Κέρκυρας και φορείς αυτοδιοίκησης είχαν πρωτοστατήσει σ' έναν αγώνα, με νομικά μέσα, να διακοπεί και αναιρεθεί η καταπατητική δραστηριότητα. Το 2007 το Εφετείο Κέρκυρας απεφάνθη ότι η λιμνοθάλασσα αποτελεί δημόσιο κτήμα. Πάρα ταύτα το θέμα έχει περιέλθει σε στασιμότητα χωρίς κάποια εξέλιξη. Επίσης, πριν μερικά χρόνια, ο πρώην δήμος Αχιλλείων, μέσω προγράμματος, είχε προχωρήσει σε ενέργειες καθαρισμού, βελτίωσης της πρόσβασης στις ακτές καθώς και κατασκευής παρατηρητήριου ορνιθοπανίδας, κιοσκιού ανάπαυσης και γεφυριών. Ούτε αυτές οι δράσεις γνώρισαν αποδοχή ή συνέχιση. Γεφύρια και κιόσκι εξαφανίστηκαν. Τελικά, όπως έχουν τα πράγματα, η λιμνοθάλασσα Χαλικιόπουλου έχει καταντήσει να αρχίζει και να τελειώνει στην Βλαχέρνα και το Ποντικονήσι, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις….

Η μοναξιά στην Νεκροθάλασσα.
Μουντό το μέλλον της....






Πηγές

  • Θουκιδίδου Ιστορίαι, Βιβλίο Γ΄